ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΣ ΤΟΠΟΣ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΠΑΛΑΤΙΑΝΗΣ ΙΛΙΟΥ               Μη μετανιώνεις γι΄ αυτά που έδωσες. Άσε τους άλλους να μετανιώνουν που δεν τα εκτίμησαν!               Αύριο είναι Κυριακή.               
Θεέ μου συγχώρεσε με ὅταν κλαίγομαι!
Θεέ μου συγχώρεσε με ὅταν κλαίγομαι!

Σήμερα σὲ ἕνα λεωφορεῖο, εἴδα μία ὄμορφη κοπέλα μὲ χρυσαφένια μαλλιά. Τη ζήλεψα…Φαινόταν τόσο χαρούμενῃ…Καὶ εὐχήθηκα να ἤμουν καὶ ἐγὼ τόσο ὄμορφος. Ὅταν σηκώθηκε να κατέβει, τὴν εἴδα να περπατάει κουτσαίνοντας στο διάδρομο, εἶχε ἕνα ποδὶ καὶ περπατοῦσε μὲ δεκανίκι. Ἀλλὰ καθὼς περπατοῦσε…τὶ χαμόγελο!

Θεέ μου συγχώρεσε μὲ ὅταν κλαίγομαι ἐγὼ ἔχω δύο πόδια. Ὁ κόσμος εἶναι δικός μου.

Σταμάτησα να ἀγοράσω καραμέλες. Τὸ παιδί πού τις πουλοῦσε ἤταν τόσο χαριτωμένο. Μίλησα μαζὶ τοῦ καὶ ἤταν πολὺ χαρούμενο. Δεν εἶχε σημασία ἂν θὰ ἀργοῦσα στην δουλεία. Καὶ καθὼς ἔφευγα μου εἶπε: “Σᾶς εὐχαριστῶ. Εἶστε τόσο εὐγενικός. Μοῦ ἀρέσει να μιλὼ μὲ ἀνθρώπους σὰν ἐσάς. Βλέπετε…πρόσθεσε εἶμαι τυφλός”.

Θεέ μου συγχώρεσε μὲ ὅταν κλαίγομαι ἐγὼ ἔχω δύο μάτια .Ὁ κόσμος εἶναι δικός μου.

Ἀργότερα καθὼς περπατούσα στον δρόμο εἴδα ἕνα παιδὶ μὲ γαλανὰ μάτια. Στεκόταν καὶ κοίταζε τὰ ἄλλα παιδιά που ἔπαιζαν .Δεν ἤξερέ τι να κάνει. Σταμάτησα καὶ τοῦ εἶπα: “Γιατὶ δεν πᾶς να παίξεις κι ἐσὺ;”Τὸ παιδὶ συνέχισε να κοιτάζει μπροστὰ τοῦ χωρὶς να μιλήσει καὶ οὔτε κατάλαβα ὅτι δεν ἄκουγε.

Θεέ μου συγχώρεσε μὲ ὅταν κλαίγομαι ἐγὼ ἔχω ἀκούω .Ὁ κόσμος εἶναι δικός μου.

Μὲ πόδια να μὲ πηγαίνουν ὅπου θέλω, με μάτια για να βλέπω τὸ ἠλιοβασίλεμα  μὲ αὐτιὰ για να ἀκούω τὰ πάντα .

Θεέ μου συγχώρεσε με ὅταν κλαίγομαι.Εἶμαι πραγματικὰ εὐλογημένος.