Διάφορα - Διδακτικά

  • Πασχάλια ποιμαντορική εγκύκλιος 2017
    Πασχάλια ποιμαντορική εγκύκλιος 2017
    Πασχάλια ποιμαντορική εγκύκλιος 2017 του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ιλίου, Αχαρνών και Πετρουπόλεως κ. Αθηναγόρου. «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί» Σὲ ἕναν κόσμο δίχως ἐλπίδα καὶ χαρά, ὁ ἐρχομός τῆς Ἄνοιξης καὶ ἡ πίστη στὴν Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου, προσφέρουν μαζί μὲ τὴν ἀνανέωση τῆς φύσεως, τὴν σιγουριά γιὰ ὅσα ἐλπίζουμε καὶ τὴ βεβαιότητα γι΄ αὐτά δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε μὲ τὰ αἰσθητά μάτια μας. Ἡ καθημερινή ἐμπειρία ἐξακολουθεῖ νὰ δείχνει ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα ἀκόμα καὶ σήμερα δὲν βρίσκει αὐτά, ποὺ ἀναζητεῖ, διότι τὰ ἐπιζητεῖ ξεκινώντας ἀπό ἐσφαλμένη ἀφετηρία καὶ βαδίζοντας σὲ λαθεμένη κατεύθυνση. Ἡ ἐπιδίωξη τῶν Πρωτοπλάστων νὰ  γίνουν θεοί καὶ νὰ ἀποκτήσουν τὴν ἀθανασία  ἔξω ἀπό τὴ Θεία πραγματικότητα, μᾶς κληρονόμησε τὴν ἀναζήτηση τῆς ἐλευθερίας στὴν ὀδύνη τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν ἀστοχία νἀ αγαπήσουμε πραγματικά, μέ τὴν αμαύρωση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Ἡ «ἐκ νεκρῶν» ἔγερση τοῦ Χριστοῦ διαμηνύει μιά μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι κανείς τώρα πιά, δὲν πρέπει νὰ ὀδύρεται γιὰ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο, ἀφοῦ μᾶς ἀπελευθέρωσαν ὁ θάνατος καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι τρόπος ζωῆς. Εἶναι τρόπος ἀπόβασης στὴν χώρα τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς χαρᾶς. Τὸ Πάσχα εἶναι πέρασμα, εἶναι ἐπίσκεψη τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι μετάβαση «ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωὴν καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν». Εἶναι ἐπίσκεψη τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος παραμένει κλεισμένος στὰ στενά πλαίσια τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ δὲν ἀφήνει τὸν ἑαυτό του νὰ ἐμπιστευθεῖ ἀπόλυτα καὶ νὰ βιώσει τὴν ἀναστάσιμη πραγματικότητα, τόσο περισσότερο ἐγκλωβίζεται στὸ θρῆνο, τὴν ὁδύνη, τὴν κατάθλιψη καὶ τὸν φόβο. Ὁ Ἰακὼβ στὸ βιβλίο τῆς «Γενέσεως» παρομοιάζει τὸν Λυτρωτή Χριστό, σὰν νεαρό λιοντάρι, τὸ ὁποῖο ἔπεσε γιὰ νὰ  κοιμηθεῖ: «ἀναπεσών ἐκοιμήθη».  Καὶ διερωτᾶται: «τὶς ἐγερεῖ αὐτόν;». Μόνο ὁ Ἴδιος μπορεῖ νὰ ἐγείρει –νὰ ἀναστήσει- τὸν ἑαυτό Του, ὡς Θεός, ποὺ εἶναι. Σὲ αὐτήν τὴν Ἀνάσταση συνανεγείρει καὶ τὸν κάθε ἄνθρωπο ἀπό τὴν ὁποιαδήποτε πτώση του. Μέσα στὴν ἐκκλησιαστική πραγματικότητα ὁ βαπτισμένος ὀρθόδοξος πιστός ἀνακαλύπτει στὸν ἀναστημένο λέοντα Χριστό, τὴν εἰκόνα του, τὴν εἰκόνα τῆς ἀναπλασμένης καὶ ἀναδημιουργημένης φύσεώς του, συμπάσχει, συσταυρώνεται καὶ συνανίσταται μαζί Του. Ἀδελφοί μου! Ἄς μὴν παύσουμε νὰ Τὸν ἀναζητοῦμε καὶ νὰ Τὸν εὑρίσκουμε στὸν ἀναστάσιμο τρόπο ζωῆς, στὸν ὁποῖο ἐμπειρικά μᾶς ποδηγετεῖ ἡ Ἐκκλησία καὶ ἀναφωνώντας μὲ  πρόσωπα χαρμόσυνα καὶ ἱλαρά, τό: «Χ Ρ Ι Σ Τ Ο Σ    Α Ν Ε Σ Τ Η !» Εὐχόμενος σὲ ὅλους σας χρόνια πολλά, ἀναστάσιμα, ελπιδοφόρα, χαρούμενα καὶ χαριτόδωρα. Μὲ ἀναστάσιμες ἑόρτιες  εὐχὲς καὶ ἀγάπη Χριστοῦ.  Ο  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ † Ὁ Ἰλίου, Ἀχαρνῶν καὶ Πετρουπόλεως ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ
  • ..."ΑΠΟ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕΣ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ"...........
    ..."ΑΠΟ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕΣ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ"...........
    "Στην Σκήτη της Αγίας Άννης κατοικούσε κάποτε ένας Γέροντας με τον υποτακτικό του, που δυστυχώς έκανε συχνά παρακοές. Ήταν παραμονή μιας εορτής της Παναγίας.   -Γέροντα, λέει ο υποτακτικός, θα πάω να ψαρέψω κανένα ψάρι, για να φάμε αύριο που είναι και εορτή. -Παιδί μου, εδώ οι γείτονές μας, που είναι ψαράδες, αν και ψάρευαν ώρες χθες δεν έπιασαν τίποτε. Αν ήθελε η Παναγία να φάμε ψάρια θα έπιαναν, και θα έφερναν και σε μας. Να μην πας για ψάρεμα. -Όχι, θα πάω. -Μην πηγαίνεις, επανέλαβε ο Γέροντας.   Ο υποτακτικός έφυγε για την θάλασσα. Λυπήθηκε ο Γέροντας και πήγε στο κελλί του και άρχισε να προσεύχεται για τον υποτακτικό του, γιατί προαισθάνθηκε ότι θα πάθει πειρασμό.   Ο υποτακτικός έφθασε στην θάλασσα, ετοίμασε την πετονιά του με το δόλωμα και την πέταξε στο βάθος. Αμέσως αισθάνθηκε ότι κάτι έπιασε το αγκίστρι. Άρχισε να το τραβά. Βγαίνει ξαφνικά ένας αράπης μαύρος, με αγριωπά μάτια, έτοιμος να ορμήσει πάνω του. Μια αόρατη δύναμη τον κρατούσε. Τρομαγμένος ο καλόγηρος φεύγει και ο διάβολος τον ακολουθεί μέχρι το κελλί του. Όταν έφθασε έξω από την καλύβη του ακούει τον διάβολο να του λέει : "Βρε καλόγηρε τί να σου κάνω, που από την ώρα που έφυγες, ο Γέροντας κάνει κομποσχοίνι για σένα, αλλιώς θα σε έπνιγα μέσα στην θάλασσα".   Ιδού ο καρπός της παρακοής, θετικός και άμεσος".   ΠΗΓΗ : ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ, Ο ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΣ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ, ΨΥΧΟΦΕΛΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΑ 12, 2005, σ. 112 κ.ε.
  • Τί είναι το Άγιο Δωδεκαήμερο;
    Τί είναι το Άγιο Δωδεκαήμερο;
    Δωδεκαήμερο, καλείται η περίοδος που βρίσκεται ανάμεσα στις δύο μεγάλες ακίνητες εορτές α)  των Χριστουγέννων (25/12) και β) των Θεοφανείων (6/1). Αυτό το διάστημα καταλαμβάνεται αφενός από την μεθέορτο περίοδο των Χριστουγέννων μέχρι της αποδόσεως αυτής (31/12), όσο και των ακολουθουσών την εορτή αυτή, όπως, η σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου (26/12) την μνήμη των Θεοπατόρων, Ιωσήφ του μνήστορος, Ιακώβου του αδελφόθεου και Δαυίδ του Βασιλέως και της μνήμης των αναιρεθέντων νηπίων υπό Ηρώδου στην Βηθλεέμ (29/12) και αφετέρου της Κυριακής προ των Φώτων, των προεορτίων αυτής και της ίδιας της εορτής των Θεοφανείων (2-6/1). Μεταξύ αυτών παρεμβάλεται και η 8 ημέρα από της Γεννήσεως του Σωτήρος η εορτή της περιτομής του Σωτήρος (1/1). Έτσι η όλη περίοδος προσλαμβάνει εορταστικό χαρακτήρα, είναι κατεξοχήν  χαρμόσυνη και για τον λόγο αυτό υπάρχει κατάλυση σε όλα, εκτός της ημέρας της παραμονής των Θεοφανείων που είναι ημέρα νηστίσιμη.
  • Ο σατανάς απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή.
    Ο σατανάς απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή.
      Ο σατανάς, επεσήμαινε ο Γέροντας Πορφύριος, απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Πρέπει να τον περιφρονούμε. Οι λογισμοί αντιμετωπίζονται με την περιφρόνηση και με τη, όσο γίνεται ταχύτερα, στροφή στον Χριστό. Δίδασκε ο άριστος πνευματικός μαχητής: «Η επικοινωνία με τον Χριστό, όταν γίνεται απλά, απαλά, χωρίς πίεση, κάνει το διάβολο να φεύγει. Ο σατανάς δεν φεύγει με πίεση, με σφίξιμο. Απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Υποχωρεί, όταν δει την ψυχή να τον περιφρονεί και να στρέφεται με αγάπη προς τον Χριστό. Την περιφρόνηση δεν μπορεί να την υποφέρει, διότι είναι υπερόπτης. Όταν, όμως, πιέζεσθε, το κακό πνεύμα σάς παίρνει είδηση και σάς πολεμάει. Μην ασχολείσθε με τον διάβολο, ούτε να παρακαλείτε να φύγει. Όσο παρακαλείτε να φύγει, τόσο σάς αγκαλιάζει. Τον διάβολο να τον περιφρονείτε. Να μην τον πολεμάτε κατά μέτωπον. Όταν πολεμάς με πείσμα κατά του διαβόλου, επιτίθεται κι εκείνος σαν τίγρις, σαν αγριόγατα. Όταν του ρίχνεις σφαίρα, αυτός σου ρίχνει χειροβομβίδα. Όταν του ρίχνεις βόμβα, σου ρίχνει πύραυλο. Μην κοιτάζετε το κακό. Να κοιτάζετε την αγκαλιά του Θεού και να πέφτετε μές στην αγκαλιά Του και να προχωρείτε. Να Του δοθείτε, να Τον αγαπήσετε τον Χριστό, να ζείτε με εγρήγορση…   Όταν σάς ενοχλήσει κάτι, ένας λογισμός, ένας πειρασμός, μία επίθεση, περιφρονώντας όλ’ αυτά, θα στρέφετε την προσοχή σας, το βλέμμα σας στον Χριστό. Εκείνος μετά θα αναλάβει να σάς ανεβάσει. Εκείνος θα σάς πιάσει απ’ το χέρι και θα σάς δώσει πλούσια τη θεία Του χάρι… Το σκέπτεσθε κι έρχεται το Άγιον Πνεύμα. Δεν κάνετε τίποτα. Κινείσθε προς τα εκεί κι έρχεται αμέσως η θεία χάρις. Μόλις στενάξετε, έρχεται, ενεργεί. Τι λέει ο Απόστολος Παύλος: «…υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. 8, 26)…Όταν δείτε το αντίθετο πνεύμα να έρχεται να σάς βουτήξει, εσείς δεν τρομοκρατείσθε, ούτε το κοιτάζετε, ούτε προσπαθείτε να το βγάλετε από μέσα σας. Τι κάνετε; Ο καλύτερος τρόπος είναι η περιφρόνηση. Δηλαδή ανοίγετε την αγκαλιά σας, ανοίγετε τα χέρια σας στον Χριστό, όπως το παιδάκι που βλέπει κάποιο θηρίο άγριο και δεν φοβάται, γιατί είναι δίπλα ο πατέρας του και πέφτει στην αγκαλιά του. Αυτόν τον τρόπο να χρησιμοποιείτε σε κάθε προσβολή του πονηρού και σε κάθε λογισμό, δηλαδή την περιφρόνηση.   Εκείνη τη στιγμή, που έχει ανάγκη η ψυχή σας και αγωνίζεσθε, να φωνάζετε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όλα να τα προλαμβάνετε με την προσευχή. Αυτό είναι μεγάλο μυστικό. Την ώρα του πειρασμού, εκεί που πάτε να τον περιφρονήσετε, ο πονηρός σάς βουτάει, σάς καθηλώνει και σάς σφίγγει και κάνει το δικό του κι όχι αυτό που θέλετε εσείς. Πρέπει να προλάβετε να κάνετε το άνοιγμα στον Θεό. Για να το πετύχετε όμως αυτό, πρέπει να σάς φωτίσει η θεία χάρις. Αν αυτό δεν γίνει αμέσως, τότε σάς αρπάζει ο πονηρός κι ενώ προσπαθείτε να τον διώξετε, σάς έχει ήδη συλλάβει…Την ώρα του πειρασμού, η ευκολία είναι να στραφείτε προς το αγαπώμενο πρόσωπο, να στραφείτε προς τον Θεό και προς κεί να κοιτάξετε ζωηρά και καλά κι επιθυμητά και θα σάς έλθει αμέσως η δύναμη, θα σάς έλθει το καλό. Δηλαδή, ενώ βλέπετε ότι έρχεται το κακό να σάς καταλάβει, εσείς μόλις το αντιληφθείτε από μακριά, το περιφρονείτε και τρέχετε στην αγκαλιά του Θεού. Αρκεί να προλάβετε να στραφείτε πρώτα εκεί. Οπότε, όταν θα πάτε στο καλό, δεν θυμάστε το κακό. Εδώ είναι το μυστικό, να περιφρονήσετε το κακό. Αλλά δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό, αν δεν στραφείτε στον Χριστό. Λέμε καμιά φορά: «Περιφρόνησέ το το κακό!». Έ, αυτό είναι εύκολο να το λέμε, αλλά δεν είναι εύκολο να το κάνομε. Αυτή η περιφρόνηση έχει μεγάλη τέχνη. Η περιφρόνηση του κακού πνεύματος γίνεται μόνο με την χάρι του Θεού. Γυρίζετε προς τον Χριστό, τρέχετε προσπαθείτε να γνωρίσετε τον Χριστό, ν’ αγαπήσετε τον Χριστό, να αισθανθείτε τον Χριστό και σ’ αυτή σας την προσπάθεια, όταν τα ελατήρια σας είναι αγνά και καθαρά και ειλικρινή, ανοίγει η χάρις την ψυχή σας και σάς λέει: «Έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών και επιφαύσει σοι ο Χριστός» (Εφ. 5,14). Εκεί, μέσα στο θείο φως, θα ζούμε πάντοτε, εφόσον θ’ αγαπάει και θα λαχταράει η ψυχή μας τον Θεό. Έτσι, με την χάρι του Χριστού, είναι όλα εύκολα κι όλα αληθινά τα λόγια του Χριστού, που είπε: «Ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστιν» (Ματθ. 11, 30)».   Δεν μπορεί, δίδασκε ο Γέροντας, ο άνθρωπος να αποφύγει τον παλαιό άνθρωπο χωρίς τη χάρι. Μόλις μας προσβάλλει πρέπει να προσευχόμαστε. Έλεγε: «Δεν μου αρέσει να συζητώ με τον παλαιό άνθρωπο. Δηλαδή με τραβάει από πίσω, απ’ το ράσο, αλλ’ αμέσως ανοίγω τα χέρια προς τον Χριστό κι έτσι τον περιφρονώ με τη θεία χάρι, δεν τον σκέπτομαι. Όπως το μωρό παιδί ανοίγει τα χέρια και πέφτει στην αγκαλιά της μάνας του, έτσι κάνω κι εγώ. Είναι μυστήριο, δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε τη λεπτότητα του θέματος. Όταν προσπαθείτε ν’ αποφύγετε τον παλαιό άνθρωπο χωρίς τη χάρι, τον ζείτε. Με τη χάρι, όμως, δεν σάς απασχολεί πια. Υπάρχει στο βάθος. Όλα μένουν μέσα μας, και τα άσχημα· δεν χάνονται. Με την χάρι, όμως, μετουσιώνονται, μεταποιούνται, μεταστοιχειώνονται».   Οι άγγελοι δοξάζουν συνεχώς το Θεό· πρέπει να είναι το πρότυπό μας. Η δοξολογία πρέπει να είναι η προσευχή μας. Έλεγε ο αεί δοξάζων τον Θεόν Γέροντας: «Ο Θεός θέλει να ομοιωθούμε με τους αγγέλους. Οι άγγελοι μόνο δοξολογούν τον Θεό. Αυτή είναι η προσευχή τους, μόνο η δοξολογία. Είναι λεπτό πράγμα η δοξολογία· ξεφεύγει απ’ τα ανθρώπινα. Εμείς είμαστε άνθρωποι πολύ υλικοί και χαμερπείς, γι’ αυτό και προσευχόμαστε στον Θεό ιδιοτελώς. Τον παρακαλούμε να μας τακτοποιήσει τα θέματά μας, να πάνε καλά τα καταστήματά μας, οι υποθέσεις μας, η υγεία μας, τα παιδιά μας. Προσευχόμαστε, όμως ανθρώπινα και με ιδιοτέλεια. Η δοξολογία είναι ανιδιοτελής προσευχή. Οι άγγελοι δεν προσεύχονται, για να κερδίσουν κάτι, είναι ανιδιοτελείς. Ο Θεός έδωσε και σ’ εμάς αυτή τη δυνατότητα, να είναι η προσευχή μας μία διαρκής δοξολογία, προσευχή αγγελική. Εδώ βρίσκεται το μεγάλο μυστικό. Όταν μπούμε σ’ αυτή την προσευχή, θα δοξάζομε τον Θεό συνεχώς, αφήνοντάς τα όλα σ’ Αυτόν, όπως εύχεται η Εκκλησία μας: «πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Αυτά είναι τα «ανώτερα μαθηματικά» της θρησκείας μας!».   Η τελειότερη προσευχή, έλεγε, είναι η σιωπηλή. Δίδασκε ο αδιαλείπτως ευχόμενος Γέροντας: «Ο τελειότερος τρόπος προσευχής είναι ο σιωπηλός. Η σιγή. «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία» (Χερουβικόν Μεγάλου Σαββάτου). Αυτός ο τρόπος, της σιγής, είναι ο πιο τέλειος. Έτσι θεούσαι. Μπαίνεις στα μυστήρια του Θεού. Δεν πρέπει εμείς να μιλάμε πολύ. Ν’ αφήνομε να μιλάει η χάρις. Έλεγα το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και νέοι ορίζοντες άνοιγαν. Δάκρυα χαράς κι ευφροσύνης κυλούσαν απ’ τα μάτια μου για την αγάπη και τη σταυρική θυσία του Χριστού. Λαχτάρα! Εδώ κρύβεται το μεγαλείο, ο Παράδεισος. Επειδή αγαπάεις τον Χριστό, λέεις τα λόγια αυτά, αυτές τις πέντε λέξεις λαχταριστά, με καρδιά. Και σιγά σιγά τα λόγια χάνονται. Είναι τόσο γεμάτη η καρδιά, που αρκεί να πεις μία λέξη, «Ιησού μου!», και τέλος καμία λέξη. Η αγάπη εκφράζεται καλύτερα χωρίς λόγια. Όταν μία ψυχή όντως ερωτευθεί τον Κύριο, προτιμά τη σιωπή και τη νοερά προσευχή. Η πλημμύρα της θείας αγάπης γεμίζει τη ψυχή από χαρά κι αγαλλίαση».   Μας δίδεται ό,τι επιθυμούμε, έλεγε πάλι, όταν δεν το ζητάμε· μας δίδεται όταν δεν το σκεφτόμαστε αλλά ζητάμε μόνο την Βασιλεία Του. Να πως τα διατυπώνει ακριβώς: «Να ζητάμε στην προσευχή μόνο τη σωτηρία της ψυχής μας. Δεν είπε ο Κύριος: «Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού…και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν»; (Ματθ. 6, 33· Λουκ. 12, 31). Εύκολα, ευκολότατα ο Χριστός μπορεί να μας δώσει ό,τι επιθυμούμε. Και κοιτάξτε το μυστικό. Το μυστικό είναι να μην το έχετε στο νου σας καθόλου να ζητήσετε το συγκεκριμένο πράγμα. Το μυστικό είναι να ζητάτε την ένωσή σας με τον Χριστό ανιδιοτελώς, χωρίς να λέτε, «δώσ’ μου τούτο, εκείνο…». Είναι αρκετό να λέμε, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Δεν χρειάζεται ο Θεός ενημέρωση από μας για τις διάφορες ανάγκες μας. Εκείνος τα γνωρίζει όλα ασυγκρίτως καλύτερα από μας και μας παρέχει την αγάπη Του. Το θέμα είναι ν’ ανταποκριθούμε σ’ αυτή την αγάπη με την προσευχή και την τήρηση των εντολών Του. Να ζητάμε να γίνει το θέλημα του Θεού· αυτό είναι το πιο συμφέρον, το πιο ασφαλές για μας και για όσους προσευχόμαστε. Ο Χριστός θα μας τα δώσει όλα πλούσια. Όταν υπάρχει έστω και λίγος εγωισμός, δεν γίνεται τίποτα».   Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου
  • Ὁ Γερο-Παχώμιος καί το μεγάλο φίδι
    Ὁ Γερο-Παχώμιος καί το μεγάλο φίδι
    ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ Στη Σκήτη των Ιβήρων, στην Καλύβη των Αγίων Αποστόλων, στην συνοδεία εκείνη ήταν και ο Γερο-Παχώμιος. Στο πρόσωπό του έβλεπε κανείς ολοφάνερα ζωγραφισμένη την αγιότητα. Το γεροντάκι αυτό ήταν πολύ απλό και τελείως αγράμματο, μα πολύ χαριτωμένο.   Όταν ερχόταν για να εκκλησιαστεί τις γιορτές στο Κυριακό της Σκήτης ποτέ του δεν καθόταν στο στασίδι, αλλά στεκόταν πάντα όρθιος (ακόμα και στις ολονυκτίες) και έλεγε την ευχή. Όταν τύχαινε να τον ρωτήσει κανείς “πού βρίσκεται η ακολουθία;” απαντούσε: “Ψαλτήρια! Ψαλτήρια λένε οι πατέρες”. Όλα τα έλεγε ψαλτήρια. Ούτε από ψαλτικά ήξερε εκτός απ’ το Χριστός Ανέστη που έψαλλε το Πάσχα. Ήταν πάντα πρόθυμος να κάνει τα χατίρια των άλλων χωρίς να ’χει καθόλου δικό του θέλημα. Όση στεναχώρια και αν είχε κανείς, μόλις έβλεπε τον π. Παχώμιο του έφευγε και ειρήνευε. Όλοι τον αγαπούσαν. Ακόμη και τα φίδια που του ’χαν εμπιστοσύνη και δεν έφευγαν, όταν τον έβλεπαν. (Στην περιοχή της Καλύβης υπήρχαν πολλά φίδια, γιατί υπήρχαν πολλά νερά).   Οι άλλοι δύο πατέρες της συνοδείας πολύ φοβούνταν τα φίδια, μα ο γερο-Παχώμιος τα πλησίαζε χαμογελαστός, τα έπιανε και τα έβγαζε έξω από το φράχτη τους. Μια μέρα, ενώ πήγαινε βιαστικός σε μια άλλη Καλύβη, στο δρόμο βρήκε ένα μεγάλο φίδι, το οποίο τύλιξε στη μέση του σαν ζώνη για να τελειώσει πρώτα τη δουλειά του και μετά να το βγάλει έξω από την περιοχή τους! O π. Ιάκωβος, τρόμαξε μόλις τον είδε και ο π. Παχώμιος πολύ παραξενεύτηκε απ’ αυτό. Μετά μου έλεγε: “Δεν ξέρω γιατί φοβάται τα φίδια. Εκείνος ο π. Ανδρέας φοβάται ακόμα και τους σκορπιούς” και συνέχισε: “Εγώ τους μαζεύω στη χούφτα μου τους σκορπιούς απ’ τα ντουβάρια και τους πετάω έξω απ’ την Καλύβα. Τώρα που τρέμουν τα χέρια μου από το Parkinson, τα μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τα βγάζω έξω”. Τον ρωτάω: “Γιατί δε σε δαγκώνουν εσένα τα φίδια γερο-Παχώμιε;” για να μου απαντήσει: “Κάπου γράφει ο Ιησούς Χριστός σ’ ένα χαρτί “εάν έχεις πίστη πιάνεις και τα φίδια και τους σκορπιούς και δε σε πειράζουν”…
  • «Τι ενώνει περισσότερο τον άνδρα με την γυναίκα;»
    «Τι ενώνει περισσότερο τον άνδρα με την γυναίκα;»
    – Έγραψες Γερόντισσα, ευχές στον Δημήτρη που παντρεύεται; -Έγραψα, Γέροντα. – Φέρε την κάρτα να συμπληρώσω κι εγώ: «Ο Χριστός και ή Παναγία μαζί σας. Σου δίνω ευλογία, Δημήτρη, να μαλώνεις με όλον τον κόσμο, εκτός από την Μαρία! Το ίδιο και στην Μαρία!».Για να δω, θα καταλάβουν τι εννοώ; Με ρώτησε κάποιος: «Γέροντα, τι ενώνει περισσότερο τον άνδρα με την γυναίκα;».«Ή ευγνωμοσύνη», του λέω. Ό ένας αγαπάει τον άλλον γι’ αυτό που του χαρίζει. Ή γυναίκα δίνει στον άνδρα την εμπιστοσύνη, την αφοσίωση, την υπακοή. Ό άνδρας δίνει στην γυναίκα την σιγουριά ότι μπορεί να την προστατέψει. Ή γυναίκα είναι ή αρχόντισσα του σπιτιού, αλλά και ή μεγάλη υπηρέτρια• ό άνδρας είναι ό κυβερνήτης του σπιτιού, αλλά και ό χαμάλης. Μεταξύ τους τα ανδρόγυνα πρέπει να έχουν την εξαγνισμένη αγάπη, για να έχουν αλληλοπαρηγοριά και να μπορούν να κάνουν και τα πνευματικά τους καθήκοντα. Για να ζήσουν αρμονικά, χρειάζεται να βάλουν εξαρχής ως θεμέλιο της ζωής τους την αγάπη, την ακριβή αγάπη, που βρίσκεται μέσα στην πνευματική αρχοντιά, στην θυσία, και όχι την ψεύτικη, την κοσμική, την σαρκική.Αν υπάρχει αγάπη, θυσία, πάντα έρχεται ό ένας στην θέση του άλλου, τον καταλαβαίνει, τον πονάει. Και όταν παίρνει κανείς τον πλησίον του στην πονεμένη του καρδιά, παίρνει τότε μέσα του τον Χριστό, ό οποίος τον γεμίζει και πάλι με την ανέκφραστη αγαλλίαση Του. Όταν υπάρχει αγάπη, και μακριά να βρεθεί ο ένας από τον άλλον, αν οι περιστάσεις το απαιτήσουν, κοντά θα βρίσκεται, γιατί την αγάπη του Χριστού δεν την χωρίζουν αποστάσεις. Όταν όμως, Θεός φυλάξει, τα ανδρόγυνα δεν έχουν αγάπη μεταξύ τους, μπορεί να βρίσκονται κοντά, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκονται μακριά. Γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήσουν να διατηρήσουν σε όλη την ζωή τους την αγάπη, να θυσιάζεται ό ένας για τον άλλον. Η σαρκική αγάπη ενώνει εξωτερικά τους κοσμικούς ανθρώπους τόσο μόνον, όσο υπάρχουν κοσμικά προσόντα, και τους χωρίζει, όταν αυτά χαθούν, οπότε και αυτοί οδηγούνται στην απώλεια Ενώ, όταν υπάρχει ή πνευματική, ή ακριβή αγάπη, αν τυχόν ό ένας από τους συζύγους χάση τα κοσμικά του προσόντα, αυτό όχι μόνο δεν τους χωρίζει, αλλά τους ενώνει περισσότερο. Όταν υπάρχει μόνον ή σαρκική αγάπη, τότε, αν λ.χ. ή γυναίκα μάθη ότι ό σύντροφος της κοίταξε κάποια άλλη, του πετάει βιτριόλι και τον τυφλώνει. Ενώ, όταν υπάρχει ή αγνή αγάπη, τον πονάει πιο πολύ και κοιτάζει με τρόπο πώς να τον φέρει πάλι στον σωστό δρόμο. Έτσι έρχεται ή Χάρη του Θεού… Λόγοι Αγίου Γ. Παϊσίου
  •  H πνευματική ζωή κατα τον όσιο γέροντα Πορφύριο
    H πνευματική ζωή κατα τον όσιο γέροντα Πορφύριο
    Ὁ Ἅγιος Γέρων Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου του 1906 στὸ χωρίον Ἅγιος Ἰωάννης Εὐβοίας ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλοθέους γονεῖς, Λεωνίδα καὶ Ἐλένη Μπαϊρακτάρη.  Σὲ ἡλικία μικροτέρα τῶν 15 χρόνων πηγαίνει εἰς τὰ Καυσοκαλύβια τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τὸ 1926 χειροτονεῖται ἱερέας ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Σινᾶ, Πορφύριο τὸν Γ΄. Τὸ 1940 ἀναλαμβάνει ἐφημέριος στὸν  Ἅγιο Γεράσιμο Πολυκλινικῆς Ἀθηνῶν, στὴν ἔρημο τῆς Ὁμόνοιας. Ἀπὸ τὸ 1955 - 1990 ἀποσύρεται ἀρχικὰ στὰ Καλλίσια καὶ ἐν συνεχεία στὸ Μήλεσι, ὅπου ἱδρύει τὸ Ἡσυχαστήριον τῆς Μεταμορφώσεως. Τὸ 1991 ἐπιστρέφει στὴν Μετάνοιά του, Ἅγιο Γεώργιο στὰ Καυσοκαλύβια, ὅπου στὶς 2 Φεβρουαρίου 1991 ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ καὶ τὸ 2013 ἔγινε ἡ ἁγιοκατάταξή του.   Ἀκόμη καὶ ἂν κάποιος δὲν εἶχε γνωρίσει προσωπικὰ τὸν Ἅγιο Πορφύριο, ἀλλὰ διάβαζε ἔστω καὶ λίγα ἀπ᾿ ὅσα γράφτηκαν γι᾿ αὐτὸν, δὲν θὰ δυσκολευόταν νὰ συμπεράνει πὼς ὁ Γέροντας ὑπῆρξε πνευματικὸς ἄνθρωπος πατερικῶν προδιαγραφῶν καὶ πὼς ἡ διδασκαλία του χειραγωγεῖ μὲ ἀσφάλεια σηματωροῦ στὴ γνήσια πνευματικὴ ζωή. Ὅ,τι ἀκολουθήσει θὰ εἶναι κάποιες ἁπλὲς νύξεις καὶ ἐπισημάνσεις γιὰ τὸ θέμα. «Ὅμηρον ἐξ Ὁμήρου σαφηνίζειν»· θὰ προσπαθήσουμε, ὅσα θὰ ἀκολουθήσουν νὰ φέρουν ὄχι μόνο τὸ πνεῦμα ἀλλὰ καὶ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ λόγου τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου. Ὁ Γέροντας Πορφύριος δὲν ξεχωρίζει τὴν πνευματικὴ ζωὴ ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου οὔτε τοποθετεῖ στεγανὰ καὶ διαχωρισμούς. Εἶναι ὁ ἴδιος ἀκέραιος καί ἀρνεῖται τοὺς ὅποιους μονισμοὺς ἢ ἀκρωτηριασμοὺς στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἐνῶ δίνει μεγάλη σημασία στὸ ἐνδιαφέρον γιὰ λειτουργική ζωή, τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν πατερικῶν κειμένων ἀκόμη καί στοὺς ὑμνολογικοὺς κανόνες καὶ τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας, παράλληλα ὑποδεικνύει τὸν περίπατο στὴν ὕπαιθρο καὶ τὴν πορεία στὴν ἐξοχή, τὴν καλλιέργεια τῶν φυτῶν, τῶν λουλουδιῶν καὶ τῶν δένδρων, ἀκόμη καὶ τὴν ἐνασχόληση «μὲ τὴν τέχνη, τὴ μουσικὴ κ.λπ. καὶ πιστεύει ὅτι καὶ ὅλα αὐτὰ ἐπιδροῦν «σὰν φάρμακα», ποὺ βοηθοῦν στὴ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ὁ ἀτόφιος καὶ ἀκέραιος ἄνθρωπος, ποὺ θέλει ἀτόφιους καὶ χαρούμενους καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους. Βλέπει ὅλα τὰ πράγματα καὶ ὁλόκληρη τὴν κτίση ὡς ἀναγωγικὰ καὶ ὁδηγητικὰ πρὸς τὸν Χριστό. «Ὅλα εἶναι ἅγια, καὶ ἡ θάλασσα καὶ τὸ μπάνιο καὶ τὸ φαγητό. Ὅλα νὰ τὰ χαίρεστε. Ὅλα μᾶς πλουτίζουν, ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στὴ μεγάλη Ἀγάπη, ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στὸν Χριστό». Ὁ Γέροντας Πορφύριος μιλοῦσε γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ ἀπὸ βιώματα ποὺ ὁ ἴδιος ζοῦσε. Ἔλεγε, «ὅταν βρεῖς τὸν Χριστό, σοῦ ἀρκεῖ, δὲν θέλεις τίποτ’ ἄλλο. Γίνεσαι ἄλλος ἄνθρωπος. Ζεῖς παντοῦ, ὅπου ὑπάρχει ὁ Χριστός. … στὸν οὐρανὸ μὲ τοὺς ἀγγέλους καί μὲ τοὺς ἁγίους, στὴ γῆ μὲ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὰ φυτά, μὲ τὰ ζῶα, μὲ ὅλους καὶ μὲ ὅλα. Αὐτὴ ἡ σχέση μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι σχέση ἀγαπητική, ἐρωτική, ἀλλὰ καὶ μυστική. Ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ «κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ». «Κανεὶς νὰ μὴ σᾶς βλέπει, κανεὶς νὰ μὴν καταλαβαίνει τὶς κινήσεις τῆς λατρείας σας πρὸς τὸν Χριστό. Ὃλ’ αὐτὰ κρυφά, μυστικά, σὰν τοὺς ἀσκητές. … ὅπως τ’ ἀηδονάκι πού κελαηδάει μὲς στὸ δάσος. Στὴ σιγή. Χωρὶς κανεὶς νὰ τ’ ἀκούει, νὰ τὸ ἐπαινεῖ. Πόσο ὡραῖο κελάηδημα μὲς στὴν ἐρημιά!». Ἡ πνευματικὴ ζωὴ στὸν Ἅγιο Γέροντα Πορφύριο δὲν ἔχει τὴν ἔννοια καταναγκαστικῶν ἔργων, ἀλλὰ ὑπαγορεύεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Γιὰ νὰ πιστοποιήσει καὶ νὰ βεβαιώσει αὐτή τὴν ἀλήθεια, φέρνει ὡς παράδειγμα καὶ ἐπιχειρεῖ ἀναγωγὴ πρὸς τὸν ἀνθρώπινο ἔρωτα ὥς καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς κλίμακος: «Ὁ ἐρώμενος δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει μακριὰ ἢ χωρὶς ἐπικοινωνία μὲ τὸ ἀγαπώμενο πρόσωπο· σκιρτάει ἡ καρδιά του ἀκόμη καί στήν ἀνάμνησή του. … Ἔτσι καὶ μὲ τὸν Χριστό. Θεῖος ἔρως. … Ὑποφέρεις ἀπὸ ἀγάπη καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβεις ἀναλύεσαι σὲ δάκρυα ἀγάπης, κατανύξεως, χαρᾶς. Αὐτὸ εἶναι κατάνυξη». Ἡ πνευματικὴ ζωὴ «εἶναι ἀγάπη, εἶναι ἔρωτας, εἶναι ἐνθουσιασμός, εἶναι τρέλα, εἶναι λαχτάρα Χριστοῦ. Εἶναι μέσα μας ὅλα αὐτά. Εἶναι ἀπαίτηση τῆς ψυχῆς μας ἡ ἀπόκτησή τους». Ἡ ἀγαπητικὴ καὶ ἐρωτικὴ διάσταση τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι στοιχεῖο ποὺ σφραγίζει ὅλη τὴ διδασκαλία του καὶ προσανατόλιζε ὁλόκληρη τὴ ζωή του, ἐνῶ γιά πολλούς «ἡ πίστις, ἡ πνευματικὴ ζωὴ εἶναι ἕνας ἀγῶνας, μία ἀγωνία κι ἕνα ἄγχος». «Προσπαθῶ νὰ βρίσκω τρόπους ν’ ἀγαπήσω τὸν Χριστό. Δὲν χορταίνεται αὐτὴ ἡ ἀγάπη. Ὅσο ἀγαπάεις τὸν Χριστὸ τόσο νομίζεις ὅτι δὲν Τὸν ἀγαπάεις κι ὅλο λαχταράεις περισσότερο νὰ Τὸν ἀγαπήσεις καί χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνεις πηγαίνεις πιὸ ψηλά, πιὸ ψηλά!». Οἱ καίριες ἐπισημάνσεις τοῦ Γέροντα γιὰ τὴν ἀγαπητικὴ διάσταση τῆς πνευματικῆς ζωῆς παραμένουν ἀφυπνιστικὲς καὶ καθοδηγητικὲς γιὰ ὅλους μας. Ἔζησε ὁ ἴδιος τὴν πληρότητα αὐτῆς τῆς σχέσεως καὶ γι’ αὐτὸ προτρέπει καὶ ἐμᾶς νὰ συντονιστοῦμε στὴν ἴδια συχνότητα: «Διαρκῶς ν’ ἀτενίζετε πρὸς τὰ ἄνω, πρὸς τὸν Χριστό, νὰ ζεῖτε μὲ τὸν Χριστό, ν’ ἀναπνέετε μὲ τὸν Χριστό, νὰ πονᾶτε μὲ τὸν Χριστό, νὰ χαίρεστε μὲ τὸν Χριστό. Νὰ εἶναι τὸ πᾶν γιὰ σᾶς ὁ Χριστός. Ἡ ψυχή σας νὰ φωνάζει: ‘’Σέ, Νυμφίε μου, ποθῶ’’. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Νυμφίος, εἶναι ὁ Πατέρας, εἶναι τὸ πᾶν. … Ἡ ψυχὴ ποὺ εἶναι ἐρωτευμένη μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι πάντα χαρούμενη καὶ εὐτυχισμένη, ὅσους κόπους καὶ θυσίες κι ἂν κοστίσει αὐτό». Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ ἔχει ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. «Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφὸ καλλιεργεῖ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Εἴμαστε εὐτυχισμένοι, ὅταν ἀγαπήσωμε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους μυστικά καί τότε θά νοιώθουμε ὅτι καί ὅλοι οἱ ἄλλοι μᾶς ἀγαποῦν. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ ἐπεκτείνεται καὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ νομίζουμε ὅτι δὲν βαδίζουν σωστὰ στὴ ζωή τους, γιατί πολλὲς φορὲς ἡ διάθεση καὶ ὁ καημός μας νὰ τοὺς διορθώσουμε εἶναι ἕνα εἶδος προβολῆς τοῦ ἐαυτοῦ μας». Ὁ Ἅγιος πατὴρ Πορφύριος τόνιζε ἐπίσης ὅτι ὁ Χριστὸς φανερώνεται στὴ μεταξὺ μας ἑνότητα καὶ στὴν ἀγάπη Του, τὴν Ἐκκλησία. Γιὰ ὅλους μας τὸ σημαντικὸ εἶναι νὰ μποῦμε στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τοὺς συνανθρώπους μας, παίρνοντας τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες ὅλων. Στὴν Ἐκκλησία προσευχόμαστε γιὰ ὅλους, πονᾶμε γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων καὶ γινόμαστε ἕνα μὲ κάθε δυστυχισμένο καὶ πονεμένο καὶ ἁμαρτωλό. Εἴμαστε ἀληθινοὶ χριστιανοί, ὅταν αἰσθανόμαστε βαθιὰ ὅτι εἴμαστε μέλη τοῦ μυστικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ μὲ μιὰ συνεχῆ σχέση ἀγάπης καί ὅ,τι κάνουμε στὴν πνευματικὴ ζωή, πρέπει νὰ γίνεται ἀπὸ ἀγάπη καὶ χωρὶς ὑστεροβουλία καί ὑπολογισμούς, ἀκόμη καί οἱ μετάνοιες καὶ κάθε κόπος ἔχουν ἀξία, ὅταν γίνονται ὄχι γιὰ νὰ κερδίσουμε κάτι, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ εἶναι ὁ παράδεισος, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. «Ὅποιος θέλει νὰ γίνει χριστιανός, πρέπει πρῶτα νὰ γίνει ποιητής. Νὰ πονάεις γι’ αὐτὸν ποὺ ἀγαπάεις. Ἡ ἀγάπη κάνει κόπο γιὰ τὸν ἀγαπημένο. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα, ἀπείρως ἀνώτερο». «Καὶ ὅταν λέμε ἀγάπη, δὲν εἶναι οἱ ἀρετὲς ποὺ θ’ ἀποκτήσουμε ἀλλὰ ἡ ἀγαπῶσα καρδία πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἄλλους». Ὡστόσο, αὐτὴ ἡ ἀγάπη δὲν ἔρχεται «ἡμῶν κοιμωμένων ἢ ἡμῶν ἀδιαφορούντων». Ἀπαιτεῖ ἀγῶνα καὶ προπάντων ταπείνωση. «Ὁ Χριστὸς δὲν θὰ μᾶς ἀγαπήσει, ἅμα ἐμεῖς δὲν εἴμαστε ἄξιοι νὰ μᾶς ἀγαπήσει. … Ἂν δὲν ὑπάρχει ταπείνωση καὶ ἀνιδιοτέλεια δὲν μποροῦμε ν’ ἀγαπήσωμε καί νά ἀγαπηθοῦμε ἀπό τὸν Χριστό». Ἐνῶ ὅλοι, ὅσοι τὸν γνώρισαν, καταλάβαιναν τὴν ἁγιότητά του, ὁ ἴδιος πίστευε ὅτι εἶναι τιποτένιος καὶ ἁμαρτωλός. «Ὁ Θεὸς καὶ τοὺς ἁμαρτωλούς, ὅπως ἐμένα, τοὺς ἀγαπάει καὶ θέλει νὰ γίνουμε καλοί». «Οἱ Γέροντές μου δὲν μοῦ λέγανε τίποτα. Αὐτὴ τὴν παράδοση εἶχαν. Δὲν μὲ διδάσκανε μὲ λόγια, μόνο μὲ τὴ στάση τους. Ὅλα τὰ μάθαινα ἀπὸ τοὺς βίους τῶν ἁγίων». Τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ νοηματοδοτεῖ τὴν ζωὴ καὶ γεμίζει ἐλπίδα τὴν ὕπαρξή μας, δυναμώνει καὶ ὀρθοδρομεῖ τὴν προσευχή μας. Γι’ αὐτὸ τονίζει χαρακτηριστικὰ ὁ Γέροντας: «Παρακαλέστε: ‘’Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με’’. Ξέρει Ἐκεῖνος πῶς νὰ σᾶς ἐλεήσει, μὲ τί τρόπο». «Σημασία στὴν προσευχὴ δὲν ἔχει ἡ χρονικὴ διάρκεια ἀλλὰ ἡ ἔνταση. Νὰ προσεύχεσθε δοσμένα στὸν Θεὸ μὲ ἀγάπη καὶ λαχτάρα». Ὁ Ἅγιος πατὴρ Πορφύριος εἶχε συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐμπνεύσει καὶ τὸν πόθο γιὰ ἀληθινὴ προσευχή, ἀφοῦ «οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Ἡ προσευχὴ στὴ συνείδηση τοῦ Ἁγίου Γέροντα εἶναι «τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή». Ἐπισημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὸν Χριστό, ὅλα του τὰ προβλήματα τὰ ἀναθέτει σ’ Ἐκεῖνον, «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Τὴ δυσκολία καὶ τὶς θλίψεις καὶ τὴν χαρά μας τὰ κάνουμε προσευχή, γιατί ὅλα εἶναι μέσα στὴν πνευματικὴ ζωή. Ὅλα ἁγιάζονται, καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ δύσκολα, καὶ τὰ ὑλικὰ καὶ τὰ πνευματικά, ὅταν ἀντιμετωπίζονται μὲ ἀγάπη καὶ φλόγα καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, χωρὶς ἄγχος καὶ καταπίεση. Γιὰ τὴ μονολόγιστη εὐχή, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ», ἔλεγε «δὲν εἶναι οἱ μέθοδοι καὶ οἱ τεχνικὲς ποὺ τὴν ἐξασφαλίζουν ἀλλὰ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ». Ἔτσι δικαιολογεῖται τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐκζήτηση καὶ ἡ ἀπόκτηση τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ἀποτέλεσε τὴ μόνη ἐπιδίωξη καὶ τὸ μόνο ζητούμενο τῆς ζωῆς του. Αὐτὴν μὲ ἐπίταση συμβούλευε νὰ ἐπιζητοῦν καὶ ὅσοι τὸν πλησίαζαν, γιατί πίστευε ὅτι ἐκεῖ «ἔγκειται ἡ οὐσία τῆς πνευματικῆς ζωῆς…». «Τὸ νὰ ρίχνεται κανεὶς στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ εἶναι τέχνη τεχνῶν… μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ κερδίζουμε τὸ πᾶν, τὴ χαρά, τὴν ταπείνωση, τὴν ἀγάπη, τὴν προσευχή, τὴν ἀνάταση. Ἡ χάρις τοῦ Χριστοῦ θὰ μᾶς ἀνακαινίσει». Ἄλλωστε ἡ ἀγάπη, ἡ ταπείνωση, ἡ ὑπακοὴ καὶ ὅλες γενικότερα οἱ ἀρετὲς δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἀλλὰ μέσον καί προϋπόθεσεις γιὰ νὰ ἔλθει στὸν ἄνθρωπο ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ Ἅγιος πατὴρ Πορφύριος συνιστᾶ, ὁ ἀγώνας καὶ ἡ πνευματική μας ζωὴ νὰ κατατείνουν στὴν ἀπόκτηση τῆς σχέσης μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ὄχι στὸ κυνηγητὸ γιὰ τὴν ἐκδίωξη τοῦ κακοῦ. Ἡ παρότρυνση αὐτὴ τοῦ Γέροντα ἔρχεται σὲ ἀπόλυτη συστοιχία μὲ τὴν Παύλεια συμβουλή, «ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν, κολλώμενοι τὸ ἀγαθόν», χωρὶς νὰ ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξη τοῦ διαβόλου οὔτε τὴν ἐμφάνιση τῶν παθῶν στὴ μετὰ τὴν πτώση ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ χωρὶς νὰ ἀγνοεῖ τὴν ἄσκηση οὔτε τὸ σκληρὸ δρόμο ποὺ διάλεξαν ὅσοι «ἔχυσαν αἷμα, γιὰ νὰ λάβουν Πνεῦμα». Ὅμως ὁ ἴδιος ἀπὸ τὴν προσωπική του ἐμπειρία καταλήγει «ὅτι πιὸ σύντομος καὶ σίγουρος δρόμος εἶναι αὐτὸς μὲ τὴν ἀγάπη. Μὴν πολεμᾶτε νὰ διώξετε τὸ σκοτάδι ἀπ’ τὸ δωμάτιο τῆς ψυχῆς σας, ἀνοῖξτε μιὰ τρυπίτσα, γιὰ νὰ ἔλθει τὸ φῶς, καὶ τὸ σκοτάδι θὰ φύγει. »Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες. Νὰ μὴν τὰ πολεμᾶτε, ἀλλὰ νὰ τὰ μεταμορφώνετε σὲ δυνάμεις, περιφρονώντας τὸ κακό» («…κλᾶψε λοιπόν, κλᾶψε…»). Μετάνοια σημαίνει «χαρμολύπη» καί «κράτα τόν νοῦν σου στόν Ἄδη καί μή ἀπελπίζου». «Ὅλη ἡ δύναμή σας νὰ στρέφεται στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, στὴ λατρεία Του, στὴν προσκόλληση σὲ Αὐτόν καί μελετώντας τοὺς βίους τῶν Ἁγίων καὶ τοὺς κανόνες, ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπ’ τὸ κακὸ καὶ τὶς ἀδυναμίες γίνεται μυστικά. Αὐτὴ τὴν προσπάθεια βρῆκα ὅτι εἶναι ὁ καλύτερος καὶ ἀναίμακτος τρόπος ἁγιασμοῦ. Ριχνόμαστε στὸ ἔλεός Του, γλυκαίνει ἡ καρδιά μας καὶ ὁ Κύριος μας ἀνεβάζει στὴν ἀγάπη Του. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός μας, νὰ φθάσωμε ἐκεῖ». Ἀλλὰ καὶ οἱ μετάνοιες καὶ ὁ σωματικὸς κόπος, ὅταν γίνονται ἀπὸ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἐκφράζονται ὡς ἔρωτας καὶ λατρεία πρὸς Ἐκεῖνον, βοηθοῦνε καί προκαλοῦν κατάνυξη. «Μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ φεύγει καὶ τὸ μπέρδεμα καὶ ἡ μοναξιά, ἡ κατήφεια, ἡ μελαγχολία, τὸ ἄγχος, ἡ ἀρρώστια, ἡ κόλαση. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται εἰρηνικὸς καὶ χαρούμενος. »Τὴν πρώτη κίνηση τὴν κάνει ὁ Χριστός: ‘’Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες…’’. Γιὰ νὰ μετανοήσει ἡ ψυχή, πρέπει νὰ ξυπνήσει· ἐκεῖ βρίσκεται ἡ προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου καὶ γίνεται τὸ θαῦμα τῆς μετανοίας. Τὸ ξύπνημα ὅμως δὲν ἔγκειται μόνο στὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος μόνος δὲν μπορεῖ καί ἐπεμβαίνει καί ὁ Θεός. Τότε ἔρχεται ἡ θεία χάρις. Χωρὶς τὴν χάρι δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ μετανοήσει ὁ ἄνθρωπος. Ὅταν ὅμως ἔλθη ἡ χάρις, ὅλα τὰ ὑποφέρεις γιὰ τὸν Χριστὸ, μὲ χαρὰ, ἡ ζωὴ ἀλλάζει, ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πᾶν». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τόνιζε πὼς ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ μόνος του μόνο γιὰ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἱκανός, ἐνῶ ὅ,τι καλὸ ἔχει νὰ παρουσιάσει εἶναι τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ: «Πὰν γὰρ εἶδος ἀρετῆς ἐν ἡμῖν, τοῦ Θεοῦ ἐνεργοῦντος ἡμῖν προσγίνεται· τοῦ Θεοῦ δὲ μὴ ἐνεργοῦντος ἐν ἡμῖν, ἁμαρτία πᾶν τὸ παρ’ ἡμῶν γενόμενον». Ὁ Ἅγιος Γέροντας Πορφύριος ἐπισήμαινε σὲ κάποιους κληρικούς: «Ὁ καλὸς πνευματικὸς εἶναι πρῶτα καλὸς ἐξομολογούμενος». «Ἐγὼ ἀπὸ μικρός το εἶχα – καὶ τώρα ἀκόμη. Ὅταν ἐξομολογοῦμαι μοῦ φεύγουν ὅλα. Κάθε μέρα σκέπτομαι ὅτι ἁμαρτάνω, ἀλλὰ ἐπιθυμῶ ὅ,τι μοῦ συμβαίνει νὰ τὸ κάνω προσευχὴ καὶ νὰ μὴν τὸ κλείνω μέσα μου». Ἡ διαρκὴς αὐτὴ στάση μετανοίας, ἀποτελεῖ τὸ κατεξοχὴν γνώρισμα τῶν ἁγίων. Ὁ ἅγιος Γέροντας δὲν μίλησε ἁπλῶς γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη του μᾶς φανέρωσε τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι τὸ πᾶν καὶ ἡ ὄντως Ζωή.       ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΑΝΩ ΙΛΙΣΙΩΝ   Ἀπό τό βιβλίο «Ὁ Γέροντας πορφύριος Καυσοκαλυβίτης ὁρόσημο ἁγιότητος στό σύγχρονο κόσμο» Διασκευή π. Γεώργιος. Καλαντζῆς
  • Aπό την Eλευθερία στην Aγάπη
    Aπό την Eλευθερία στην Aγάπη
    Ὁ Ἰούλιος εἶναι ὁ μήνας μὲ τὶς πολλὲς ἑορτὲς τῶν Ἁγίων καὶ, ὅπως γράφει καὶ ὁ π. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς, οἱ ἅγιοι εἶναι ἡ φανέρωσις τοῦ αὐθεντικοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ ἀληθινοῦ ἐπαναστάτη, ποὺ δύναται νὰ συμβάλλει ἀνέμακτα στὴν οὐσιαστικὴ ἀλλαγὴ τοῦ κόσμου.         Ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι ἡ Ἀγάπη δημιούργησε τὸν κόσμο ὁλόκληρο ἀπὸ ἐλευθερία καὶ ἀγάπη καὶ ἰδιαιτέρως τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν»· καὶ ναὶ μὲν εἶναι ἕνα μηδὲν μπροστὰ στὸ Θεὸ ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ μηδέν, τὸ τίποτα, ὑπάρχει, εἶναι πραγματικό, καὶ εἶναι ὁ φίλος, πλασμένος νὰ εἶναι ὁ διπλανός τοῦ Θεοῦ καὶ προορισμένος νὰ γίνει ἅγιος μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσωπική του ἐπιλογή. Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας λέει, ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ εἶναι ὁ δεύτερος.       Αὐτὴ ἡ ἐλευθερία, ὡς δυνατότητα ἐκλογῆς τοῦ «δεύτερου», εἶναι ἡ μία πλευρὰ τῆς ἐλευθερίας, καὶ δὲν καταργεῖται ποτέ. Ἐὰν νομίζουμε ὅτι οἱ Ἅγιοι, στὴν ἱστορική τους ζωή, δὲν μποροῦν νὰ ἁμαρτήσουν καὶ νὰ ἀποσπασθοῦν ἀπὸ τὸν Θεό, τότε δὲν καταλαβαίνουμε οὔτε τοὺς Ἁγίους, οὔτε τὸν Θεό. Καὶ στὴν αἰώνια ζωή τους δὲν καταργεῖται ἡ ἐλευθερία τους, ἀλλ’ ἑνώνεται αὐτοπροαίρετα μὲ τὴ Θεία ἐλευθερία ποὺ εἶναι καὶ Ἀγάπη. Ἐξ ἀντιθέτου, καταλαβαίνουμε πόσο ἐπειράζοντο οἱ Ἅγιοι, ἀκριβῶς γιὰ νὰ δοκιμαστεῖ ἡ ἐλευθερία τους ἔναντι τοῦ ἐαυτοῦ τους: πόσο θέλουν τὸν Θεὸ ἢ ὄχι;       Ἄς μὴν εἶναι ἡ κόλαση καμμιὰ τιμωρία, οὔτε φοῦρνοι, οὔτε καζάνια, οὔτε τύψεις τῆς συνειδήσεως. Ἂν φαντασθοῦμε ὅτι ἀγαποῦμε, ἂν ὄχι τὸν Θεό - τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἔστω ἕναν ἄνθρωπο, ἀνεπιφύλακτα, ἀνιδιοτελῶς, καὶ μᾶς φεύγει, τὸν χάνουμε, εἴτε μὲ θάνατο εἴτε ἀλλιῶς, τραντάζονται τὰ θεμέλια τῆς ὑπάρξεως καὶ ἀντιλαμβανόμεθα τὴν ἄβυσσο κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας, καὶ ὅτι δὲν χρειάζεται ἄλλη τιμωρία. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία δὲν ἐκφράζεται. Εἶναι ἐμπειρία πραγματικῆς κολάσεως. Ἂν κανεὶς καταλάβει τί σημαίνει νὰ χάσεις τὸν Θεό, καὶ τὸν συγκεκριμένο Θεὸ ποὺ ἔχουμε γνωρίσει, τὸν Χριστό, τότε δὲν θὰ μιλήσει μόνο γιὰ ἀπώλεια παραδείσου, ἀλλά θά κατανοήσει καί τό φοβερό προνόμιον τῆς ἐκλογῆς ἀλλά καί τὸ ἑνιαῖο ἀγάπης καὶ ἐλευθερίας καί τὸ θετικό τῆς ἐλευθερίας ὡς ἀγάπης καὶ ὄχι μόνο ὡς ἐκλογῆς. Ἂν δεῖτε ἁπλὲς ψυχὲς πόσο εἶναι ἑνιαῖες, καὶ πόσο ἑνιαῖα ζοῦν καὶ ἑνιαῖα ἀγαποῦν, θὰ τὰ καταλάβετε ὅλα αὐτά.       Εἶναι σὰν τὴν περίπτωση τοῦ Ἰώβ, ποὺ ὅταν ἦρθαν οἱ σοφοί, οἱ συνετοί, οἱ εὐσεβεῖς ἀπαντοῦσε: «Μὴ μοῦ λέτε τώρα ὅτι εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ ὁ Θεὸς μὲ τιμωρεῖ. Φύγετε». Καὶ φάνηκε ὁ Ἰὼβ στὰ μάτια τοὺς ὡς θεοβλάσφημος. Ἀλλὰ ὁ Ἰὼβ ἤθελε νὰ πιαστεῖ μὲ τὸν Θεό, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ὅτι τὸν ἀρνεῖται ἢ ὅτι εἶναι ἄθεος. Ὄχι. Ὁ Ἰὼβ θέλει νὰ ἀναμετρηθεῖ μὲ τὸν Θεό. Ὁ Ἰὼβ ζητάει φίλο, δὲν ζητάει κύριο. Ζητάει νὰ συναντηθεῖ πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν Θεό.       Αὐτὸ εἶναι πολὺ ἀληθινὸ γιὰ τὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ποὺ κινεῖται, ἐξελίσσεται, βιοῦται σὲ σχέσεις ὅπου πρέπει νὰ ἀποκλειστοῦν ὅλα, ὅσα προϋποθέτουν κάθε τί ἄλλο παρὰ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο.       Ὅταν μάλιστα λέμε ὅτι ἀγαπᾶμε τὸν Θεόν, ἀκόμα καί τόν συνάνθρωπο, δὲν χωροῦν σκοπιμότητες, μιζέριες καί παράπονα.       Ἡ ἐλευθερία αὐτὴ εἶναι κατ’ ἀρχὴν θετική, ἔχει βεβαίως τὸ στοιχεῖο τῆς ἐκλογῆς, τὴ δυνατότητα τῆς ἐκλογῆς -καὶ ποτὲ δὲν αἴρεται αὐτὴ- ὡς πλήρης, ὡς πραγματικὴ ἐλευθερία, πρέπει νὰ εἶναι πλήρωμα, πρέπει νὰ εἶναι ζωή, ἀγάπη μ’ ἄλλα λόγια.       Ἡ ἀγάπη δὲν καταργεῖ τὴν ἐλευθερία, τουναντίον τὴν οἰκοδομεῖ, τὴν ὁλοκληρώνει, τὴν πληρώνει, τὴν γεμίζει. Καὶ σ’ αὐτὰ τὰ ὁριακὰ ἐπίπεδα, σ’ αὐτὲς τὶς διαστάσεις μπορεῖ κανεὶς νὰ καταλάβει γιατί εἶναι σπουδαία ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία.       Ὁ Θεὸς ἔδειξε τὴν ἀγάπη Του, ἔδειξε ὅτι μᾶς ἀγάπησε πρῶτα Αὐτός, καὶ ἔστειλε τὸν Υἱό Του «ἵνα ζήσωμεν δι’ αὐτοῦ» (Α΄ Ἰωάν. 4,9).       Καὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἀδύναμος νὰ ἀναγκάσει ὅλους νὰ Τὸν ἀγαπήσουν· εὐτυχῶς ποὺ εἶναι ἔτσι, διότι θὰ γινόταν ἕνας Θεὸς-τύραννος.       Κανένα σύστημα ἀκόμα καὶ ὁ Χριστιανισμός ὡς σύστημα δὲν ἔχει λύσεις. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα, ἡ μόνη ἐλπίδα ὅπως Τὸν βιώνει ἡ Ὀρθοδοξία. Ἦλθε, ἔγινε ἄνθρωπος, ἔχει προσελκύσει τὸν ἄνθρωπο, καὶ τώρα ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νὰ γίνει τὸ ἴδιο.       Ἡ οὐσιαστικὰ ὀρθόδοξη στάση ἀπέναντι στὸν Θεό εἶναι ἡ ἀσκητική, παραδοσιακὴ στάση καὶ ἄσκηση, ὡς ἐγρήγορση τοῦ ἀνθρώπου· νὰ εἶσαι ὅλη τὴν ὥρα, σὲ μία στάση δυναμική, ἀκριβῶς γιὰ νὰ εἶσαι προσεκτικός, νὰ εἶσαι συγκροτημένος, νά εἶσαι δεκτικός. Καὶ ὅταν δώσει ὁ Θεὸς τὴ Χάρι Του, πού δὲν καταργεῖ τὴν ἐλευθερία, ἁπλῶς τρέφει, βοηθάει, αὐξάνει, ἀναπτύσσει τὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ βέβαια ὁ Θεὸς τὰ ἔχει δώσει, καὶ τὸ νοῦ καὶ τὶς δυνάμεις καὶ ὅλα, ἀλλὰ πάλι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ποὺ καλεῖται αὐτός νά ἀγαπᾶ τὸν Θεό. Δὲν ἀγαπᾶ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ μέσῳ τοῦ ἀνθρώπου τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος ἀγαπάει τὸν Θεό, ἡ Χάρις βοηθάει. Διότι ἀλλιῶς ὁ Θεὸς θὰ ἀγαποῦσε τὸν ἑαυτό του μέσῳ τοῦ ἑαυτοῦ του. Εἶναι λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπάει Αὐτὸν ποὺ τὸν ἀγαπάει. Εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ «δυοφυσιτισμοῦ» τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστὸς ἔγινε διπλοὺς καὶ δὲν θὰ πάψει ποτὲ νὰ εἶναι διπλούς, διότι ὁ Θεὸς ἐποίησε τὸν διπλανό του καὶ αὐτὸς ὁ διπλανός του δὲν πρέπει νὰ καταργηθεῖ. Αὐτὸς ὁ διπλανὸς ὅμως ἄνθρωπος ἔχει τὴ δυνατότητα, τὴν ἐλευθερία νὰ ἀπομονωθεῖ καὶ νὰ ἀπομονώσει τὸν Ἄλλον, τὸν φοβερόν Θεόν καὶ νὰ μὴν λειτουργεῖ ἡ ἀγάπη. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ κόλαση.       Ἕνα κοινὸ σημεῖο ὅλων τῶν ἁγίων καὶ τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμά των εἶναι ἡ βαθειά ταπεινοφροσύνη καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἀνεπάρκειας. Ὅσο προάγονται στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἀνεβαίνουν τὴν «κλίμακα» τῶν ἀρετῶν καὶ πλησιάζουν περισσότερο τὸ Θεὸ, μετανοοῦν περισσότερο. Δὲν ἀποτελεῖ ὑπερβολὴ ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Ἅγιος εἶναι ἕνας ἐνσυνείδητος ἁμαρτωλὸς σὲ κατάσταση συνεχοῦς μετανοίας.   Διασκευή ἀπό ὁμιλίες τοῦ π. Ἀθανασίου Γιέφτιτς, «Ἀπὸ τὴν ἐλευθερία στὴν ἀγάπη», ἐκδ. Δόμος Ἐπιμέλεια κειμένων: Πρωτοπρ. Γεώργιος Καλαντζῆς, Ἰούλιος 2016
  • Η σύναξη των αγίων δώδεκα Αποστόλων
    Η σύναξη των αγίων δώδεκα Αποστόλων
    Στις 30 Ιουνίου η Εκκλησία µας εορτάζει τους Δώδεκα Αποστόλους του Χριστού, την «δωδεκάριθμον φάλαγγα» των πρωταγωνιστών του Πνεύματος, όπως αναφέ­ρει ένας ύμνος της εορτής. Είναι οι άνθρωποι που τους επέλεξε ο Θεάνθρωπος, για να αποτελέσουν τον πυρήνα της Εκκλησίας και να γίνουν οι συνεχιστές του απολυτρωτικού έργου Του στον κόσμο. Το αποστολικό αξίωμα είναι το πιο τιμητικό αξίωμα στην Εκκλησία. Υπερέχει από κάθε άλλο αξίωμα. Έφεραν δε εις πέρας την τιμητική αποστολή τους οι Απόστολοι με τη Χάρη και βοήθεια του Παναγίου Πνεύ­ματος, που έλαβαν κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Ι.Μ. Αγίου Διονυσίου, Άγιον Όρος Δεν είχαν κατά κόσµον προσόντα, στα οποία θα μπορούσαν να βασισθούν και να προχωρήσουν στο έργο της διαδόσεως του Ευαγγελίου. Ωραία ερωτά ο Ιερός Χρυσόστομος: «Tίνι γάρἐθάρρουν;». Πού μπορούσαν να στηριχθούν και να έχουν θάρρος για το έργο τους; «Τῇ δεινότητι τῶν λόγων;», στη ρητορική τους μήπως ικανότητα; «Ἀλλά πάντων ἦσαν ἀμαθέστεροι», απαντά ο ίδιος ιερός Πατήρ. Ήσαν αγράμματοι ψαράδες. Αλλά μήπως μπορούσαν να βασισθούν, συνεχίζει ο Χρυσόστομος, «τῇπεριουσίᾳ τῶν χρημάτων;», στον πλούτο τους; «Ἀλλ’ οὐδέ ράβδον, οὐδέ ὑποδήματα εἶχον», ήσαν δηλαδή πάμπτωχοι υλικά.«Ἀλλά τῇ περιφανείᾳ του γένους;», επιμένει να ερωτά ο Άγιος. Μήπως κατήγοντο από κάποιο ξακουστό γένος και αυτό τους έδινε «αέρα» και θάρρος; «Ἀλλ’ εὐτελεῖς ἦσαν καί ἐξ εὐτελῶν»,απαντά. Ήσαν άνθρωποι άσημοι του άπλου λαού, παιδιά φτωχών γονέων με τίπο­τε το εντυπωσιακό κατά κόσµον (ΕΠΕ 12,370).   Και όμως αυτοί οι άσημοι, οι αγράμματοι και φτωχοί, με τη χάρη και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος ανέτρεψαν το κατεστημένο των αιώνων, φώτισαν τη σκοτισμένη ανθρωπότητα, άνοιξαν την μετά Χριστόν εποχή στην ιστορία του κόσμου, εξευγένισαν με το κήρυγμα του Ευαγγελίου τα ήθη και εξαγίασαν με τη Χάρη των Μυστηρίων της Εκκλησίας τους ανθρώπους. Η προσφορά των Αγίων Αποστολών στην ιστορία του πολιτισμού είναι θεμελιώδης. Έθεσαν τα ισχυρά και αδιάσειστα θεμέλια, για να μπορεί να ζει ο κόσμος µας. Και αν σήμερα παραπαίει ο κόσμος, είναι γιατί δεν θέλει να στηρίζεται στα ακλόνητα εκείνα θεμέλια, τα οποία έθεσαν βαθιά στη γη μας οι Αγιοπνευματοκίνητοι εκείνοι άνθρωποι, οι οποίοι κήρυξαν στην τότε γνωστή οικουμένη το Ευαγγέλιο. Υπέγραψαν δε το κήρυγμά τους με το αίμα τους, με την ζωή τους. Σύμφωνα με τον «Συναξαριστή» του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, οι άγιοι Απόστολοι περάτωσαν την αποστολή τους ως εξής: Οι πρωτοκορυφαίοι Πέτρος και Παύλος μαρτύρησαν στη Ρώμη , ο πρώτος με σταυρικό θάνατο, με την κεφαλή του προς τη γη, και ο δεύτερος με αποκεφαλισμό. Ο άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος μαρτύρησε στην Πάτρα, σε σταυρό με σχήμα Χ. Ο άγιος Ιάκωβος, ο αδελφός του αγίου Ιωάννου, θανατώθ­ηκε, πρώτος από όλους τους Αποστόλους, από τον Ηρώδη τον Αγρίππα με αποκεφαλισμό στα Ιεροσόλυμα. Ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής εξορίσθηκε στην Πάτμο και τελικά πέθανε στην Έφεσο. Ο άγιος Φίλιππος σταυρώθηκε στην Ιεράπολη της Συρίας. Ο άγιος Θωμάς τρυπήθηκε με ακόντια και λόγχες στη χώρα των Ινδών και παρέδωσε εκεί την ψυχή του. Ο άγιος Βαρθολομαίος σταυρώθηκε στην Ουρβανούπολη της Ινδίας. Ο άγιος Ματθαίος μαρτύρησε διά λιθοβολισμού και πυρός στην Ιεράπολη της Συρίας. Ο άγιος Ιάκωβος ο του Αλφαίου περάτωσε το αποστολικό έργο του κρεμασμένος σ’ ένα σταυρό. Ο άγιος Σίμων ο Ζηλωτής και Κανανίτης παρέδωσε το πνεύμα του καρφωμένος σ’ ένα σταυρό στη Μαυριτανία της Αφρικής. Ο άγιος Ιούδας ο Θαδδαίος θανατώθηκε με τόξα στη Μεσοποταμία κρεμασμένος σ’ ένα δέντρο. Τέλος, ο άγιος Ματθίας, που πήρε τη θέση του προδότη Ιούδα, παρέδωσε την ψυχή του με φρικτά βασανιστήρια στην Αιθιοπία. Αυτοί ήσαν οι άγιοι Απόστολοι, τα εκλεκτά δοχεία της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, οι Φωτοδότες που με το κήρυγμα και τη ζωή τους έδωσαν υψηλό, ουσιαστικό νόημα στη ζωή των ανθρώπων. Οι αληθινά πνευματικοί άνθρωποι, που εμπνέουν και σήμερα όσους θέλουν να ζουν μια ζωή αληθινά πνευματική. Πηγή: Η Δράσις...
  • Πόσο αξίζουν οι άγιοι
    Πόσο αξίζουν οι άγιοι
    Η σημερινή Κυριακή είναι αφιερωμένη σ’ όλους τους Αγίους της Πίστεώς μας, γνωστούς και αγνώστους, που αγάπησαν πολύ τον Θεό και έζησαν σύμφωνα με το θέλημά του. Αμέτρητοι μάλιστα απ’ αυτούς έδωσαν ακόμη και τη ζωή τους για την πίστη τους. Στο αποστολικό ανάγνωσμα ο θείος Παύλος κάνει μια αναφορά στους Αγίους της Παλαιάς Διαθήκης και εξυμνεί την πίστη τους. Όλοι αυτοί, λέει, έδειξαν μεγάλη γενναιότητα και πέτυχαν την πραγματοποίηση των υποσχέσεων που τους έδωσε ο Θεός. Έφραξαν τα στόματα των λιονταριών, έσβησαν την καταστρεπτική δύναμη της φωτιάς, διέφυγαν τον κίνδυνο της σφαγής, πήραν δύναμη και θεραπεύτηκαν από αρρώστιες· αναδείχθηκαν ανίκητοι στον πόλεμο, έτρεψαν σε φυγή τις εχθρικές παρατάξεις και τα πολυπληθή στρατεύματά τους. Με την πίστη στη δύναμη των απεσταλμένων του Θεού Προφητών ορισμένες γυναίκες είδαν να ανασταίνονται οι νεκροί συγγενείς τους. Άλλοι επίσης βασανίστηκαν σκληρά μέχρι θανάτου, επειδή δεν δέχθηκαν να αρνηθούν την πίστη τους· κι άλλοι δοκίμασαν σκληρούς πειρασμούς, εμπαιγμούς, μαστιγώσεις, φυλακίσεις. Λιθοβολήθηκαν, πριονίσθηκαν, σφαγιάσθηκαν. Κι άλλοι περιφέρονταν σαν μετανάστες εδώ κι εκεί. Περιπλανιούνταν στις ερημιές, στα βουνά και σε σπηλιές της γης. Έζησαν μέσα σε στερήσεις, υπέφεραν θλίψεις και κακοπάθειες,. Όλοι αυτοί έχουν ανεκτίμητη αξία. Ολόκληρος ο κόσμος δεν αξίζει όσο οι άγιοι αυτοί άνδρες, κι ούτε μπορεί να συγκριθεί μ’ αυτούς. Και όλοι αυτοί, ενώ έδειξαν τέτοια πίστη μέχρι αυτοθυσίας, δεν πήραν ακόμη την αμοιβή τους από τον Θεό, αλλά περιμένουν κι εμάς για να απολαύσουν μαζί μας τη δόξα του ουρανού. Και να σκεφθεί κανείς ότι ο απόστολος Παύλος έχει υπ’ όψιν του μόνο τους Αγίους της Παλαιάς Διαθήκης. Τι θα έλεγε άραγε για τους Αγίους της Καινής Διαθήκης; Τι θα έλεγε για την αρετή τους, την αξιοθαύμαστη μαρτυρία και το μαρτύριό τους; Πόσο λοιπόν αξίζουν οι Άγιοι; Ολόκληρη η κτίση μαζί με όλους τους ανθρώπους της εάν αντιπαρατεθεί μπροστά τους, δεν θα βρεθεί κάτι που να αξίζει όσο οι Άγιοι. Διότι αυτοί σήκωσαν επάνω τους την ευθύνη για την πορεία όλου του κόσμου. Απέδειξαν με τη ζωή τους την ύπαρξη του Θεού, δόξασαν τον Θεό με τη ζωή τους και την ομολογία τους. Αυτοί έδειξαν στους γύρω τους πόσο ψηλά μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος, σε ποια ύψη αρετής και αυταπαρνήσεως και προσφοράς μπορεί να ανέλθει. Οι Άγιοι δεν πέθανα ποτέ. Ζουν ανάμεσά μας. τους αισθανόμαστε ολοζώντανους να πρεσβεύουν για μας. Να δέονται για τον κόσμο μας. Να μας μεταγγίζουν τη Χάρη του Θεού. Γι’ αυτούς ο Θεός δεν καταστρέφει τον κόσμο. Γι’ αυτούς δεν εγκαταλείπει και όλους εμάς που παραβαίνουμε τόσο εύκολα το θέλημά του. Ας εκτιμήσουμε τη ζωή τους κι ας μιμηθούμε το άγιοι παράδειγμά τους. Με υπομονή Στη συνέχεια ο απόστολος Παύλος μας καλεί να εμπνευστούμε από τους Αγίους μας. Έχοντας, λέει, κι εμείς τριγύρω μας ένα τόσο μεγάλο σύννεφο μαρτύρων της πίστεως, ας πετάξουμε από πάνω μας κάθε φορτίο βιοτικών φροντίδων, και πολύ περισσότερο την αμαρτία, στην οποία εύκολα κανείς παρασύρεται. Κι ας τρέχουμε με υπομονή στον αγώνα που προβάλλει εμπρός μας. και πουθενά αλλού ας μη στρέφουμε τα βλέμματά μας παρά μόνο στον Κύριό μας, που είναι ο αρχηγός της πίστεώς μας και μας τελειοποιεί σ’ αυτήν. Αυτός για τη χαρά που είχε μπροστά του και θα δοκίμαζε, όταν με το πάθημά του θα έσωζε πολλούς, υπέμεινε σταυρικό θάνατο και περιφρόνησε τη ντροπή και την ατίμωση του θανάτου αυτού. Και γι’ αυτό και έχει καθίσει τώρα ένδοξος στα δεξιά του θρόνου του Θεού. Αγώνας δρόμου λοιπόν είναι η ζωή μας. Σ’ αυτόν τον αγώνα, μας λέει ο απόστολος Παύλος, πρέπει να τρέχουμε με υπομονή. Διότι ο αγώνας της ζωής μας έχει φορτία δυσβάστακτα, βάσανα και προβλήματα. Καθημερινά αντιμετωπίζουν αρρώστιες, οικονομικές δυσκολίες, πειρασμούς· κάποτε και αδικίες και συκοφαντίες που τραυματίζουν βαθιά την ψυχή μας. Σ’ όλες αυτές τις δύσκολες ώρες λοιπόν ας στρέφουμε το νου μας στον αρχηγό της πίστεώς μας, τον Κύριο Ιησού, που τόσα υπέφερε για μας. Πόσο πόνεσε για μας ο Άγιος των αγίων! Έτρεξε ποτάμι το πανάχραντο αίμα του από τις πληγές που του άνοιξαν οι σταυρωτές του. Με πόση όμως υπομονή υπέμεινε τα τόσο σκληρά Πάθη του! Κανείς δεν βασανίσθηκε τόσο πολύ όσο ο Χριστός μας. αλλά και όλοι οι Άγιοι της πίστεώς μας ακολούθησαν το παράδειγμα της υπομονής του Κυρίου μας. σήκωσαν βαρύτατο φορτίο πόνου και δοκιμασιών. Μήπως λοιπόν εμείς είμαστε καλύτεροι απ’ αυτούς για να μην έχουμε δοκιμασίες; Εκείνοι άγιοι, εμείς αμαρτωλοί. Εκείνοι υπέφεραν τα πάντα, κι εμείς ελάχιστα. Ας βλέπουμε λοιπόν το δικό τους παράδειγμα, και προπαντός το παράδειγμα του Κυρίου μας, κι ας μάθουμε κι εμείς να αγωνιζόμαστε με υπομονή στο δικό μας αγώνα. Να σηκώνουμε αγόγγυστα τις δοκιμασίες μας με προθυμία και πίστη, με υπομονή και ελπίδα. Για να καθίσουμε κάποτε κι εμείς μαζί με τον Κύριο στον ένδοξο θεϊκό του θρόνο πλημμυρισμένοι στο φως και στη δόξα του. Περιοδικό «Ο Σωτήρ», αριθ. 2002
  • Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ
    Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ
      Περί της τύχης του νεκρού Βασιλέως, ο μεν Δούκας δεν λέγει τίποτα, αναφερόμενος μόνον στην κεφαλήν του, ο δε Φραντζής από την άλλη αναφέρεται μόνον περί του σώματος, χωρίς καμία αναφορά στην κεφαλή του ήρωα Αυτοκράτορα. Λέγει λοιπόν ο Φραντζής ότι, αναγνωρισθέντος του πτώματος, ο σουλτάνος «περιχαρής και ευφραινόμενος υπήρχε. και προστάξει αυτού οι ευρεθέντες χριστιανοί έθαψαν το βασιλικόν πτώμα μετά βασιλικής τιμής». Ανεξήγητος η παράλειψη του Φραντζή περί του τόπου της ταφής και του τρόπου της κηδείας. εικάζομεν ότι διετάχθη και έγινε κηδεία επιδεικτική, για να πεισθεί ο λαός ότι απεβίωσε ο Αυτοκράτορας. Η σιωπή του Φραντζή περί του τόπου της ταφής του Κωνσταντίνου γέννησε αμφιβολίες για την αφήγηση. γι΄ αυτό άλλοι μεν είπαν ότι η κεφαλή ήταν ανδρός που έμοιαζε με τον αποθανόντα Βασιλέα, άλλοι δε ότι δεν βρέθηκε ποτέ το πτώμα, το οποίο συντάφηκε μαζί με τους άλλους νεκρούς. Εντούτοις πλην του Φραντζή, κανείς άλλος δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει καλύτερα τα γεγονότα οπότε στην αφήγησή του δεν υπάρχει λόγος απιστίας ή δυσπιστίας.   Το μνήμα του Κωνσταντίνου πού βρίσκονταν, ούτε οι μεταγενέστεροι γνώριζαν. Πιθανόν και πιστευτόν θεωρούμε ότι ευρεθέντος του σώματος του Βασιλέα, κηδεύθηκε πομπωδώς, για να γίνει πασίγνωστος ο θάνατός του, και έτσι οι μεν Έλληνες ν΄ απελπισθούν, οι δε τούρκοι ν΄ αμεριμνήσουν. Τάφηκε στο ανέκαθεν χρησιμεύων ως Βασιλικό ηρώον, το ναό των Αγίων Αποστόλων, ο οποίος και επί μερικούς μήνες μετά την άλωση χρημάτισε ναός και έδρα του Πατριαρχείου. Ο ναός, εγκαταλειφθείς από τον Γεννάδιο μετά το πέρας διετίας περίπου, έμεινε «σφαλισμένος» στα χέρια των Ορθοδόξων, ώσπου αποφάσισε ο πορθητής να τον γκρεμίσει (1456-1457) για να οικοδομήσει στην θέση του τζαμί, «χωρίς ουδεμία να χαθεί πέτρα αυτού», και ανέθεσε την εκτέλεση του σχεδίου του στον Έλληνα αρχιτέκτονα Χριστόδουλο. Τότε ο τάφος και τα λείψανα του Κωνσταντίνου, υπέστησαν την ίδια τύχη με τα ιερά λείψανα των Αποστόλων που ήταν κατατεθειμένα κάτω από την αγία Τράπεζα, ως και διαφόρων Βασιλέων που ευρίσκονταν εντός του ναού. Άραγε πλανώμεθα αν πιστέψουμε ότι ο Χριστόδουλος φρόντισε να συλλέξει τα ιερά λείψανα των Αποστόλων και να τα αποθέσει εις την τότε ίσως επί τούτο ορυχθείσα κρύπτη στον δεξιό πινσό του νυν Γκιούλ Τζαμί (του θεωρούμενου ως ναού της Αγίας Θεοδοσίας), τα δε των Αυτοκρατόρων στον αριστερό πινσό ; Τα μεν Αποστολικά σεβάστηκαν οι τούρκοι, τα δε Βασιλικά τα άφησαν στην λήθη, φράξαντες με τοίχο την είσοδο της κρύπτης, όπως και η παράδοση αμυδρώς μαρτυρεί ; Την παράδοση της ταφής του Κωνσταντίνου στο Γκιούλ Τζαμί μεταφέρει ο Πατριάρχης Κωνσταντίνος, και είναι μια παράδοση των Φαναριωτών, αλλά και των ουλεμάδων. Σύμφωνα με αυτή, έφραξαν με τοίχο την είσοδο της κρύπτης του αριστερού πινσού, δήθεν διότι ήταν απεριποίητη και γεμάτη με συντρίμμια λίθων, πλίνθων και  ασβεστοκεραμοκονίας. Υπάρχει δε επί του αριστερού πίνσου – όπως και επί του δεξιού – οπή ωσάν φεγγίτης ή λειτουργούσα προς εξαερισμό. Νεώτερες έρευνες ίσως αποδείξουν την αλήθεια της παράδοσης αυτής.   Ξ. Α. ΣΙΔΕΡΙΔΗΣ   ΠΗΓΗ : ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ - ΠΟΛΙΤΗ Γ.Ν., ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ, ΑΘΗΝΑΙ 1918, σσ. 59-61.
  • ΚΡΗΤΕΣ: Οι τελευταίοι υπερασπιστές της Πόλης
    ΚΡΗΤΕΣ: Οι τελευταίοι υπερασπιστές της Πόλης
    Στις 15 Μαρτίου 1453, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα για βοήθεια από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, 1000 Κρήτες στρατιώτες ξεκίνησαν από τη Σούδα με 5 καράβια προκειμένου να ενισχύσουν την άμυνα της Πόλης. Αρχηγός τους ήταν ο Μανούσος Καλλικράτης από τα Σφακιά, ιδιοκτήτης των τριών καραβιών και καπετάνιος του ενός. Στα άλλα δύο καράβια του καπετάνιοι ήταν ο Γρηγόρης Βατσιανός Μανάκης από τ’ Ασκύφου Σφακίων και ο Πέτρος Κάρχας από την Κυδωνία, γνωστός και με το παρανόμι Γραμματικός. Το τέταρτο καράβι ανήκε στον Ανδρέα Μακρή από το Ρέθυμνο και είχε κυβερνήτη τον ίδιο και στο πέμπτο, ιδιοκτησίας του καπετάν Νικόλα του Στειακού, τη διοίκηση ανέλαβε ο Παυλής Καματερός από την Κίσσαμο. Στο Μαρμαρά, τα κρητικά πλοία συγκρούονται με μεγάλο αριθμό τουρκικών, βυθίζοντας αρκετά από αυτά αλλά χάνοντας και 2 από τα δικά τους. Τα 3 εναπομείναντα πλοία φτάνουν τελικά στην υπό πολιορκία Πόλη και οι Κρήτες χωρίζονται σε 2 ομάδες. Η πρώτη, υπό τον καπετάν Παυλή, σπεύδει να ενισχύσει την άμυνα στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, στο πλευρό του αυτοκράτορα, ενώ η δεύτερη αναλαμβάνει την υπεράσπιση 3 πύργων, του Βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου. Οι Τούρκοι χτυπάνε με σφοδρότητα τα τείχη με τα κανόνια τους. Έχουν στην διάθεσή τους την μπομπάρδα, το τεράστιο κανόνι του Ούγγρου Ουρβανού. Αυτό το κανόνι είναι τόσο μεγάλο, που για την μεταφορά του απαιτούνται 60 βόδια. Οι βολές γίνονται όλο και πιο ακριβείς τινάζοντας πέτρες, ξύλα και σάρκες μαζί τους. Τα τείχη σκίζονται σαν χαρτί. Οι επιτιθέμενοι τρέχουν ευθεία προς τα τείχη αλαλάζοντας, σκορπώντας τρόμο στο διάβα τους. Οι Κρήτες τοξεύουνε με όλη την γρηγοράδα και την ακρίβεια που τους διακρίνει. Τα πτώματα απ’ τις τουρκικών ορδές σωριάζονται κατά χιλιάδες, αλλά δεν τους σταματάει τίποτε πια. Οι εισβολείς είναι κατά πολύ υπέρτεροι αριθμητικά απ’ τους υπερασπιστές. Ο καπετάν Παυλής και τα παλικάρια του, έπεσαν ηρωικά πολεμώντας δίπλα στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, μπροστά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Αντίθετα, οι υπερασπιστές των 3 πυργών πολεμάνε σαν παλληκάρια χτυπώντας τους τούρκους πάνω από τους πύργους. Οι εισβολείς σκυλιάζουν και κάνουν έφοδο στους πύργους προσπαθώντας να σπάσουν τις βαριές ξύλινες πόρτες. Τα βέλη των Κρητών τελειώνουν, αλλά δεν χάνουν την ψυχραιμία τους. Συνεχίζουν την μάχη με πέτρες και ξύλα. Δεν παραδίδονται! Οι ανώτεροι αξιωματικοί του σουλτάνου, εντυπωσιασμένοι από την παλικαριά των τελευταίων ζωντανών υπερασπιστών της Πόλης, τους πρότειναν παράδοση υπό τους δικούς τους όρους. Εκείνοι δέχτηκαν να παραδοθούν υπό τον όρο να τους επιτραπεί να φύγουν χωρίς να πειραχτούν, με όλα τους τα υπάρχοντα και άρματα και με τιμή. Οι ηγέτες των Οθωμανών, που εκτίμησαν τη γενναιότητα και που, βεβαίως, δεν ήθελαν να υποστούν δυσανάλογα μεγάλες απώλειες για να ολοκληρώσουν την κατάκτηση της πόλης που ήταν ήδη δική τους, ενώ πιθανόν έκριναν ότι αν χρονοτριβούσαν ακόμη περισσότερο στο σημείο αυτό, δεν θα είχαν το ανάλογο μερίδιο από τη λεηλασία, δέχτηκαν. Μπαίνουν στο καράβι που τους προσφέρει και φεύγουν για την Κρήτη να μεταφέρουν τα θλιβερά μαντάτα της απώλειας της Βασιλεύουσας, ενώ η ιστορία τους επιβεβαιώνεται και από τον ιστορικό της εποχής, Γεώργιο Φραντζή και από χειρόγραφα του Άγιου όρους. Σύμφωνα με την παράδοση, τα μαντήλια στην Κρήτη μετά την είδηση της άλωσης, βάφτηκαν μαύρα και μπήκαν κρόσσια, συμβολίζοντας τα δάκρυα των Κρητών για την απώλεια της Πόλης. Επίσης, κατά μια άλλη παράδοση, ο χορός »χανιώτικος συρτός» πρωτοχορεύτηκε με την επιστροφή των τελευταίων υπερασπιστών, ενώ το όνομα του αρχηγού τους δόθηκε στο χωριό Καλλικράτης των Σφακίων. πηγή: http://lithosfotos.blogspot.gr/
  • Θεόδωρος Κολοκοτρώνης για Κωνσταντίνο Παλαιολόγο
    Θεόδωρος Κολοκοτρώνης για Κωνσταντίνο Παλαιολόγο
    Ο ναύαρχος Χάμιλτον του μίλησε σχετικά με τον βασιλέα που θα χρειάζονταν. Ο Κολοκοτρώνης του είπε: «Ο βασιλεύς μας (εννοώντας τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο) εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε. Η φρουρά του είχε παντοτινόν πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήταν πάντοτε ανυπότακτα». Ο Χάμιλτον θα σκέφτηκε: "Ποιός βασιλιάς; Αυτός, που σκοτώθηκε πριν 400 χρόνια; ΠΟΙΑ ΦΡΟΥΡΑ;;;" Οπότε τον ρωτάει: "Ποια φρουρά και για ποια φρούρια μιλάς;" Και απαντάει ο Στρατηγός: «Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι κλέφτες, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά». H Φρουρά λοιπόν του Βασιλέως, 400 χρόνια μετά τον θάνατό του. Αυτοί οι "ρομαντικοί" λοιπόν έκαναν την επανάσταση και ενίκησαν τον εχθρό.
  • Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ   ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
    Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
    Σὰν σήμερα πάρθηκε ἡ Πόλη ἀπ’ τὸν σουλτὰν Μεμέτη στὸ 1453, μέρα Τρίτη, βγαίνοντας ὁ ἥλιος. Μιὰ τέτοια ἱστορία δὲ μπορεῖ νὰ τὴ γράψῃ ἄξια κανένας· δὲν πιστεύω νὰ βρίσκεται τέτοιος μεγάλος μάστορης. Κανένας, ἂς ἤτανε κι ὁ ἴδιος ὁ Ὅμηρος, ποὺ τραγούδησε μὲ λόγια σὰν κοτρώνια τὸν φημισμένον ἐκεῖνο πόλεμο τῆς Τρωάδας. Κείνη τὴ μέρα, ποὺ δὲν πρέπει νὰ λογαριαστῇ μηδὲ στὶς μέρες τῶν χρονῶν, μηδὲ στὶςμέρες τῶν μηνῶν, παρὰ νὰ τὴ σκεπάσῃ σκοτάδι, ὅπως λέγει ὁ Ἰὼβ γιὰ τὴ μέρα ποὺγεννήθηκε, ὁ φόβος ποὔπιασε τοὺς ἀνθρώπους ἤτανε τέτοιος, ποὺ τρεῖς καὶ τέσσερεςγενιὲς δὲ φτάξανε γιὰ νὰ συνεφέρουνε. Ἀκόμα καὶ σήμερα, σὰ διαβάζει κανένας ὅσαγράψανε οἱ ἱστορικοὶ ἐκεινοῦ τοῦ καιροῦ, εἶνε στιγμὲς ποὺ τρέμει στ’ ἀλήθεια, σὰ νὰβρίσκεται ὁ ἴδιος μέσα στὴν Πόλη, κι ὥρα μὲ τὴν ὥρα περιμένει νὰ δῇ τοὺς Τούρκους νὰσφάξουνε τὸν κόσμο μπροστὰ στὰ μάτια του. Ἀναλόγως τὰ μεγαλεῖα, ποὺ εἶδε αὐτὴ ἡ φημισμένη Κωνσταντινούπολη, ἀναλόγως τὰ χίλιαχρόνια πὤζησε, ἀναλόγως στάθηκε καὶ τὸ ψυχομαχητό της. Ὅλος ὁ κόσμος ταράχτηκε·στὰ πειὸ ξέμακρα μέρη τῆς χριστιανωσύνης ἀκούστηκε ὁ βρόντος πὤκανε τὸ κορμί τηςσὰν ἔπεσε ἄψυχο ἀνάμεσα ἀνατολὴ καὶ δύση. Δὲ μιλῶ σὰ ρωμιός⋅ μιλῶ σὰν ἄνθρωποςγιὰ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ σκληρὲς συμφορὲς ποὺ πέρασε ἡ ἀνθρωπότητα. Θεριὸ πρέπει νἆνε κανένας γιὰ νὰ μὴ δακρύσῃ τὸ μάτι του. Καὶ ποιός δὲν τὴν ἔκλαψε! Ἕλληνες, Βενετσάνοι, Γενοβέζοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ροῦσσοι,Πολωνοί, Ἀρμεναῖοι, ἀκόμα κ’ οἱ ἴδιοι οἱ Τοῦρκοι, ὅλοι τὴν κλάψανε, γιατὶ στὰ καλὰ χρόνιατης ὅλοι τὴν καμαρώνανε. Ὁ ἄνθρωπος εἶνε γιομάτος παραξενιές. Χαίρεται καὶ καυχιέται γιὰ τὰ σπουδαῖα πράγματα, ποὺ μπόρεσε νὰ φτιάσῃ μὲ τόσους κόπους, μὲ τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς του, μὰ πάλι ὁ ἴδιος, σὰν νὰ τὸν σπρώχνη ὁ διάολος μὲ τὰ δικά του τὰ χέρια πάει καὶ τὰ χαλᾶ, ρίχνει χάμω τὸ εἴδωλο ποὺ λάτρεψε, τὸ τσακίζει καὶ τὸ ποδοπατᾶ. Σάμπως καὶ σήμερα, ποὺ λέγει πὼς τάχα μέρεψε, δὲ δουλεύει σὰ μερμῆγκι νὰ φτιάξῃ ὄμορφα πράγματα, τέχνες, χτίρια, βιβλία, γιὰ νὰ τὸν πιάσῃ ἄξαφνα μιὰ μέρα ἡ τρέλλα νὰ τοὺς δώσῃ μιὰ κλωτσιὰ καὶ νὰ πιάσῃ πάλι ἀπὸ τὴν ἀρχή! Ἔχω ἀκουστά, πὼς σ’ ἕνα νησὶ τῆς Ἰνδίας, ἐκεῖ δὰ ποὺ οἱ ἄνθρωποι ζοῦνε εἰρηνικὰ καὶ κουβεντιάζουνε γνωστικά, στὰ καλὰ καθούμενα τοὺς πιάνει ἄξαφνα μιὰ μανία καὶ τρέχουνε σὰ λυσσασμένοι στοὺς δρόμους, σκοτώνοντας ὅποιον λάχῃ μπροστά τους. Ἕνα τέτοιο πράγμα πιάνει κάθε τόσο καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, γίνεται θηρίο ἀνήμερο καὶ δαγκώνει τὰ κρέατά της. Σὰν ἕνα μπουρίνι, ποὺ μὲ μιᾶς μελανιάζει ὁ οὐρανὸς καὶ γίνεται ἡ μέρα σὰ νύχτα κιἀκούγονται ἀπὸ μακρυὰ βροντὲς κι ἀστροπελέκια, καὶ σὲ λίγο ξεσπᾶ ὁ δρόλαπας, κι ὁφόβος σφίγγει κάθε καρδιά, ἀπὸ τοῦ πουλιοῦ ποὺ κελαϊδοῦσε πρὶν ἀπὸ λίγο, ἴσαμε τοῦλιονταριοῦ, ποὖνε καμωμένη ἀπ’ ἀτσάλι, ἔτσι ξέσπασε ἀπάνω στὴ γερασμένη τὴν Πόλη ὁσίφουνας καὶ τὴν ἔκανε στάχτη. Μέσα σὲ 55 μέρες χάθηκε ὅ,τι γίνηκε σὲ χίλια χρόνια. Αὐτὸς ὁ θανατερὸς ἄνεμος ἔπιασε νὰ φυσᾶ ἀπὸ τὶς ἐρημιὲς τῆς Ἀσίας, ἀπὸ τοὺς τόπουςποὺ δὲ φυτρώνει χορτάρι, σπρώχνοντας κατὰ δῶθε ἕνα κοπάδι ἀνθρώπους δίχως σπίτια,δίχως χωράφια, ἀγρίμια ἄκαρδα, ποὺ τἆχε κάψει ἡ ἄπονη φύση μὲ τὸ κρύο, μὲ τὴν πείνακαὶ μὲ τὸν πόλεμο. Σὰν τοὺς λύκους, ποὺ λυσσᾶνε σὰν πέσῃ πολὺ χιόνι στὰ βουνὰ καὶ τρῶνε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἔτσι πλανιόντανε αὐτὰ τὰ πλάσματα, ὣς ποὺ φτάξανε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, ποὺ ζούσανε ἀρχαῖες φυλές, ἀνθρῶποι ποὔχανε σπίτια θεμελιωμένα ἀπὸχιλιάδες χρόνια, ποὔχανε καὶ καράβια καὶ κουβαλούσανε ἀπὸ μακρυὰ κάθε τι, ποὖνε γιὰτὴν καλοπέραση τ’ ἀνθρώπου. Τὸ πειὸ μεγάλο κάστρο, ἡ Κωνσταντινούπολη, ἤτανεχτισμένο ἀπάνω στὴν ἀκρογιαλιά, ἀνάμεσα σὲ δυὸ στεριές, γιομάτο σπίτια, μαγαζιά,ἐκκλησιές, παλάτια, συντριβάνια, ὅλα ἀπὸ πέτρα καὶ μάρμαρο. Οἱ ἀνθρῶποι ἤτανεντυμένοι μὲ ροῦχα ἀκριβά, γράφανε καὶ διαβάζανε ἀπάνω στὸ χαρτί, ξέρανε πράγματαλογῆς-λογῆς, τέχνες καὶ ζαναάτια πολλά. Εἴχανε πλῆθος ἀγάλματα στεριωμένα ἀπάνω σὲκολῶνες ἀπὸ χρωματιστὰ μάρμαρα, εἰκόνες ζωγραφισμένες ἀπάνω σὲ σανίδια μὲμπογιὲς καὶ μὲ χρυσάφι, καμπάνες κρεμασμένες στὰ καμπαναριά, πράγματα ποὺ οἱΤοῦρκοι ἀπορούσανε μὲ τί τρόπο τὰ φτιάνανε. Ἄλογα τρέχανε χλιμιντρίζοντας μέσα στὰ μεϊντάνια, κ’ οἱ ἀνθρῶποι περπατούσανε ἀπάνω σὲ δρόμους ποὺ ἤτανε στρωμένοι μὲ πελεκητὲς πέτρες. Τί κάστρο ἤτανε τοῦτο, γιομᾶτο ἀπὸ θαυμαστὰ πράγματα, ποὺ μηδὲ ὁ Προφήτης δὲν τἆχε στὸν Παράδεισο! Δίχως νὰ χάσουνε καιρὸ τὸ ζώσανε, ὁ σουλτὰν Μεμέτης σὰ φίδι τὸ περιτύλιξε. Τοῦτοιποὔχανε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἀσία ἤτανε σὰ λιονταρόπουλα ἀδάμαστα· εἴχανε κότσα γερά, τὸαἷμα τους ἔβραζε σὰ μοῦστος. Μὰ οἱ ἄλλοι ποὺ ἤτανε σφαλισμένοι μέσα στὸσαραβαλιασμένο κάστρο, ἤτανε ράτσες γερασμένες, κουρασμένες ἀπ’ τὰ πάθια, ἀπ’ τὰβιβλία κι ἀπὸ τὴν προσευχή, περήφανοι γιὰ τὸ σόϊ τους, θλιμμένοι γιὰ τὸ κατάντημά τους. Ὁσουλτάνος ἔδερνε μὲ τὸ καμουτσὶ τοὺς στρατιῶτες του, τοὺς μαχαίρωνε, τσάκιζε τὸ κεφάλιτους μὲ τὸ χρυσὸ τοποῦζι ποὺ βαστοῦσε στὸ χέρι του. Μὰ ὁ βασιλέας, ποὺ ἤτανε σφαλισμένος μέσα στὸ κάστρο, μιλοῦσε στοὺς δικούς του σὰ Χριστὸς μὲ τ’ ἀγκάθινο στεφάνι ὁποὺ τὦχε γιὰ κορώνα βασιλική. Δὲ διάταζε τοὺς στρατιῶτες του, τοὺς παρακαλοῦσε μὲ τὴ θλιμμένη φωνή του, μὲ τὰ μάτια του, ποὺ ἤτανε μελανιασμένα ἀπ’ τὴν ἀγρύπνια. Οἱ Τοῦρκοι ἤτανε ὣς τετρακόσιες χιλιάδες· ἀπ’ αὐτοὺς οἱ ἑκατὸ ἤτανε καβαλλαραῖοι. ΟἱΧριστιανοί, ποὺ σηκώνανε ἅρματα, μαζευόντανε ὅλοι ὅλοι ἑφτὰ χιλιάδες, Ἕλληνες, Βενετσάνοι καὶ Γενοβέζοι. Ἡ πολιορκία ἄρχισε στὶς 5 Ἀπριλίου. Ὁ σουλτάνος ἔστησε τὴν τέντα του κοντὰ στὴν Καστρόπορτα Καλιγαρία καὶ κούρντισε ἀπάνω της τὸ μεγάλο κανόνι τοῦ Οὐρμπάν. Ὑστερώτερα ὅμως τὸ κουβάλησε μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ Ρωμανοῦ. Γιὰ νὰ τὸ γιομίσουνε χρειαζόντανε δυὸ ὧρες σωστές, καὶ γιὰ τοῦτο βαροῦσε μονάχα ἑφτὰ φορὲς τὴ μέρα. Σαράντα ζευγάρια βόδια τὸ τραβούσανε, γιὰ νὰ τὸ φέρουνε ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη, καὶ γιὰ νὰ περάσουνε δυὸ μερῶν δρόμο κάνανε δυὸ μῆνες. Τετρακόσοι γενιτσάροι τὸ βαστούσανε γιὰ νὰ μὴ γύρη, διακόσοι ἀπὸ κάθε μεριά. Ὁ σουλτάνος κράτησε γύρω στὴν τέντα του δεκαπέντε χιλιάδες γενιτσάρους. Τὸ βουνὸ ποὖνε ἀπάνω ἀπ’ τὸ Γαλατᾶ, τὤπιασε ὁ Ζαγανὸ πασᾶς. Ναύαρχος ἤτανε ὁ Μπαλτάογλους, κ’ εἶχε στὸν ὁρισμό του καμμιὰ τετρακοσαριὰ καράβια, τὰ πειὸ πολλὰ μαοῦνες καὶ μικρὰ μπριγκαντίνια. Τὰ καράβια πάλι, ποὔχανε οἱ Χριστιανοί, ἤτανε τρία γενοβέζικα, ἕνα γαλλικό, ἕνα σπανιόλικο, τρία κρητικὰ καὶ τρεῖς μεγάλες Βενετσάνικες γαλέρες. Ἴσαμε τὶς 18 οἱ Τοῦρκοι βαρούσανε μὲ τὸ κανόνι καὶ κάνανε ψευτοπόλεμο. Οἱ γενίτσαροι χυμίζανε σὰν ζῶα χωρὶς νὰ λογαριάζουνε τὴ ζωή τους, κι ἅμα σκοτωνότανε κανένας, πηγαίνανε οἱ ἄλλοι καὶ τὸν παίρνανε στὸν ὦμο τους. Κι ἂν σκοτωνόντανε ἢ λαβωνόντανε καὶ τοῦτοι, τρέχανε πάλι ἄλλοι Τοῦρκοι καὶ τοὺς παίρνανε. Μποροῦσε νὰ σκοτωθοῦνε δέκα, παρὰ ν’ ἀφήσουνε ἕναν σκοτωμένον. Ἐξὸν ἀπ’ τὸ μεγάλο κανόνι, οἱ Τοῦρκοι εἴχανε κι ἄλλα πολλὰ μικρότερα, καὶ πλῆθος μηχανές, βαλίστρες λεγόμενες, ποὺ σφεντονίζανε βροχὴ ἀπὸ πέτρες κι ἀπὸ σαΐτες. Στὶς 18 ἕνα κοπάδι Τοῦρκοι χύθηκε καταπάνω στὸ κάστρο μὲ τόση βουὴ καὶ τέτοιοοὔρλιασμα, π’ ἀκουγότανε ἴσαμε τὴν ἀνατολή, δώδεκα μίλια μακρυὰ ἀπ’ τὸ στρατόπεδο.Μὰ δὲ μπορέσανε νὰ κάνουνε τίποτα. Σκοτωθήκανε μονάχα διακόσιοι Τοῦρκοι. Κάνανε καὶ μιὰ μεγάλη τέντα ἀπὸ τομάρια ἄσπρα καὶ κόκκινα, καὶ φυλαγμένοι ἀπὸ τούτη τὴ σκεπή, σιμώσανε στὸ κάστρο κι ἀνοίξανε λαγούμια μέσα στὴ γῆ καὶ φτάξανε ἀπὸ κάτω ἀπ’ τὰ σπίτια. Μὰ οἱ Γραικοὶ ἀνοίξανε ἄλλες τρύπες καὶ διώξανε αὐτοὺς τοὺς τυφλοπόντικους. Ὕστερ’ ἀπὸ λίγες μέρες οἱ Τοῦρκοι σκαρώσανε πάλι μιὰ μεγάλη καὶ φοβερὴ μηχανή, ποὺ τὴν εἴπανε οἱ παλιοὶ Ἐλέπολι. Ἀπ’ ὄξω κι ἀπὸ μέσα τὴν εἴχανε καπλαντισμένη μὲ τρία ἀπανωτὰ βοδοτόμαρα, κι ἀπάν’ ἀπάνω εἶχε πύργους κλεισμένους πάλι μὲ τομάρια γιὰ νὰ φυλάγωνται οἱ πολεμιστές, κ’ ἕνα σωρὸ ρόδες γιὰ νὰ τὴν κυλᾶνε. Σὰν τὴν εἴδανε, ἄξαφνα τὸ πρωὶ οἱ Ἕλληνες, εἰδοποιήσανε τὸ βασιλιὰ καὶ πῆγε μὲ τὴν ἀκολουθία του νὰ δοῦνε αὐτὴ τὴν παράξενη μηχανή. Κι ἅμα τὴν εἴδανε, ἀπομείνανε σὰν πεθαμένοι. Οἱ Τοῦρκοι τὴ γεμίσανε μὲ ξύλα καὶ μὲ χώματα κι ἀφοῦ τὴν κολλήσανε κοντὰ στὸ κάστρο, πασχίσανε νὰ βουλώσουνε τὸ χαντάκι, ποὺ βρισκότανε ὁλοτρόγυρα στὸ φρούριο καὶ νὰ κατεβάσουνε ἀπάν’ ἀπὸ τοὺς πύργους κάτι γιοφύρια ποὔχανε ἕτοιμα καὶ νὰ τὰ ρίξουνε ἀπάνω στὸ φρύδι τοῦ κάστρου. Μὰ οἱ Χριστιανοὶ πολεμήσανε μὲ παλληκαριὰ καὶ γκρεμνίζανε τοὺς Τούρκους μέσα στὸ χαντάκι. Τὶς τρύπες, ὁποὺ ἀνοίγανε οἱ μπάλλες πὤριχνε τὸ μεγάλο κανόνι, κάτι κοτρῶνες φοβερὲς ἀπὸ μάρμαρο τῆς Μαύρης Θάλασσας στρογγυλεμένες μὲ τὸ καλέμι, τὶς βουλώνανε γρήγορα μὲ ξύλα καὶ μὲ βαρέλια γιομάτα χῶμα. Σὲ τούτη τὴ δουλειὰ δουλεύανε γυναῖκες, παιδιά, παπάδες καὶ δεσποτάδες ἀκόμα. Καταφέρανε μάλιστα νὰ κάψουνε καὶ τὴ μεγάλη μηχανὴ κι ἄλλες πειὸ μικρές. Ὁ σουλτὰν Μεμέτης, σὰν τὴν εἶδε νὰ καίγεται, ὡρκίσθηκε πὼς κ’ οἱ τριανταεφτὰ χιλιάδες προφῆτες νὰ τοῦ τὸ λέγανε, πάλι ποτὲ δὲν θὰ τὸ πίστευε. Οἱ δυστυχισμένοι οἱ Χριστιανοὶ πήρανε λιγάκι ἀπάνω τους, ποὖχε κόψει τὸ αἷμα τους. Μέρα νύχτα ἀκούγανε κεῖνο τ’ ἄγριο τ’ ἀνθρωπομάζωμα νὰ οὐρλιάζῃ κάτ’ ἀπ’ τὰ τειχιά. Καὶ τοῦτα δὰ ἤτανε τόσο σαραβαλιασμένα, ποὺ πολλὲς φορὲς γκρεμνιζόντανε μονάχα ἀπὸ τὸ βρόντο τοῦ κανονιοῦ. Νύχτες ὁλάκερες δὲ σφαλίξανε μάτι. Ἀπὸ τὰ μικρὰ παιδιὰ ὣς τοὺς γέρους ὅλοι δουλεύανε, κουβαλούσανε χώματα καὶ πέτρες. Κ’ οἱ καλογέροι εἴχανε ζωσθῇ τ’ ἅρματα καὶ βαστούσανε ἕνα κομμάτι τοῦ κάστρου. Στὴν πόρτα τοῦ Ρωμανοῦ ἔστεκε ὁ βασιληᾶς, ἔχοντας κοντά του τὸ γενοβέζο Γιουστινιάνη, τὸν ἀρχιστράτηγο, καὶ τὸν δὸν Φραγκίσκο ἀπ’ τὸ Τολέδο, μαζὶ μὲ πεντακόσους διαλεχτοὺς γενοβέζους. Τὴν πόρτα, τὴ λεγόμενη Μυρίανδρο, τὴ βαστούσανε δυὸ ἀδέρφια ἀντρειωμένα, ὁ Παῦλος κι ὁ Ἀντώνης Μπογιάρδοι. Τὴν πόρτα τῆς Καλιγαρίας τὴ διαφεντεύανε ὁ Θόδωρος ἀπὸ τὴν Κάρυστο κι ὁ Γιάννης Γερμανός, ὁ ἕνας πρῶτος στὸ δοξάρι κι ὁ ἄλλος στ’ ἀρκεμπούζι. Στὴν Ξυλόπορτα καὶ στὸν Πύργο τοῦ Ἀνεμᾶ στεκότανε ὁ γενοβέζος καπιτάνιος Λεονάρδος Λαγκάσκος. Στὴν κόρδα τοῦ κάστρου, ποὺ κύτταζε κατὰ τὸ λιμάνι, ἤτανε ὁ ναύαρχος Νοταρᾶς. Ὁ καπιτὰν Γαβριὴλ Τρεβιζάνος εἶχε ἀραδιασμένα τὰ καράβια του ἀπὸ τὴν κόχη τοῦ κάστρου ἴσαμε τὸ φάρο κι ὁ Ἀνδρέας Ντῖνος φύλαγε μὲ τὰ δικά του τὸ μπάσιμο τοῦ λιμανιοῦ. Ὁ σπανιόλος Πέτρος Τζουλιάνος βαστοῦσε τὸ μέρος ποὖνε ἀπ’ τὸ παλάτι τοῦ Βουκολέοντα ὣς τὸ Κοντοσκάλι. Ἤτανε κι ἄλλοι πολεμάρχοι σ’ ἄλλες μεριές. Θέλω νὰ συντομέψω τὰ καθέκαστα, μὰ δὲν ξέρω τί νὰ πῶ καὶ τί ν’ ἀφήσω. Κατὰ τὴ στεριὰ νὰ κυττάξω, γιὰ κατὰ τὴ θάλασσα; Στὶς 20 τοῦ Μαγιοῦ, τ’ ἀπόγευμα, φανήκανε τέσσερα χριστιανικὰ καράβια γιὰ νὰ δώσουνε βοήθεια. Ἐρχόντανε πρύμα, μὰ σὰ φτάξανε κοντὰ στὴν Πόλη, ἔπεσε μὲ μιᾶς ὁ ἀγέρας καὶ καρφωθήκανε στὸν τόπο. Ὁ σουλτάνος σὰν εἶδε πὼς τὸν βοηθοῦσε ὁ προφήτης, πρόσταξε εὐθὺς τὰ καράβια του νὰ κινήσουνε καταπάνω τους. Τὰ τούρκικα χυμίξανε μὲ τούμπανα καὶ μ’ ἀλαλαγμὸ φοβερόν, κ’ ἔπιασε πόλεμος, ποὺ φοβηθήκανε ὣς καὶ τὰ ξύλα τ’ ἄψυχα. Τὸ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ τέσσερα χριστιανικὰ καράβια πάλευε ἄλλο μὲ πέντε, ἄλλο μὲ τριάντα κι ἄλλο μὲ σαράντα τούρκικα. Ἡ θάλασσα ἔπηξε, πὤλεγες πὼς ἤτανε νησὶ δασωμένο ἀπὸ κατάρτια. Τρεῖς ὧρες ἤτανε κολλημένα, δίχως νὰ μπορέσουνε οἱ Τοῦρκοι νὰ τὰ πατήσουνε. Ἀπάνω στὰ τέσσερα καράβια ἔπεφτε βροχὴ ἀπὸ σαγίτες, βροχὴ ἀπὸ φωτιά, ποὺ σφεντονίζανε οἱ ζαροβοτάνες. Οἱ τσάγκρες ἀμολούσανε στουπιὰ ἀναμμένα, δεμένα ἀπάνω σὲ σαγίτες. Βουτηχτὲς βουτούσανε ἀποκάτω ἀπ’ τὶς καρίνες καὶ πολεμούσανε νὰ τὰ τρυπήσουνε. Οἱ Χριστιανοὶ πάλι ἀδειάζανε ἀπάνω στοὺς Τούρκους λεβέτια μὲ κατράμι καὶ λυωμένο ξύγκι. Ὁ καπιτὰν Φλικτανέλος κ’ οἱ τρεῖς ἀντρειωμένοι συντρόφοι του ἀπὸ τἄλλα τρία καράβια, ὁ Κατανέος, ὁ Νοβάρας κι ὁ Βαλονάρης, πολεμούσανε σὰν λιοντάρια. Ἡ θάλασσα εἶχε γιομίσει ἀπ’ τὰ κοντάρια κι ἀπ’ τὶς σαγίτες καὶ τὰ τούρκικα δὲ μπορούσανε νὰ κουνηθοῦνε. Πολλὰ ἀπὸ δαῦτα τρακάρανε καὶ βουλιάξανε, ἄλλα πάλι λαμπαδίσανε καὶ γινήκανε στάχτη. Ὁ κόσμος εἶχε μαζευτῇ καὶ κύτταξε ἀπάν’ ἀπὸ τὸ κάστρο. Ὁ σουλτάνος ἄφριζε, φώναζε, σὰ νἆχε χάσει τὸ λογικό του. Στὸ τέλος, σὰν εἶδε πὼς θὰ ξεφεύγανε οἱ Χριστιανοί, καβαλλίκεψε τἄλογό του, τὸ σπιρούνισε καὶ χύμιξε μέσα στὴ θάλασσα, τραβώντας κατὰ τὰ καράβια, κι ἀπὸ πίσω του πέσανε στὸ νερὸ οἱ πασάδες του. Οἱ ναῦτες, ποὺ δὲν ἤτανε μακρύτερα ἀπὸ μιὰ πετριά, βλέποντας τὸν ἀφέντη τους νὰ πέφτῃ στὸ νερό, ὡρμήσανε μὲ περισσότερη μανία στὴ φωτιά, μὰ ἀδιαφόρετα. Σὲ μιὰ στιγμὴ φύσηξε λίγος ἀγέρας καὶ τὰ τέσσερα καράβια περάσανε ἀνάμεσα στὰ τούρκικα, μπήκανε στὸ λιμάνι καὶ τὸ κλείσανε μὲ τὴν ἁλυσίδα. Μέσα σὲ τρεῖς ὧρες σκοτωθήκανε ἀπάνω ἀπὸ δώδεκα χιλιάδες, ὅπως λέγει ὁ Φραντζῆς, πράγμα ἀπίστευτο. Τὴν ἄλλη μέρα ὁ σουλτᾶνος εἶπε νὰ φέρουνε μπροστά του τὸ Μπαλτάογλου, τὸ ναύαρχο,κι ἀφοῦ τὸν ἔβρισε, ὥρμησε νὰ κόψῃ τὸ κεφάλι του μὲ τὸ σπαθί του, μὰ κεῖνος ἔπεσε στὰπόδια του καὶ τοὖπε. « Ἀφέντη μου, κύτταξε μὲ τὰ μάτια σου πὼς μονάχα στὸ καράβι μουἀπάνω σκοτωθήκανε ἑκατὸ δεκαπέντε δοῦλοι τοῦ Προφήτη, κ’ ἐγὼ δὲ ξεκόλλησα μηδὲστιγμὴ ἀπὸ τὴν πρύμη τ’ ἄπιαστου καραβιοῦ. Βουλιάξανε καὶ καήκανε τόσα καράβια καὶ τόσος κόσμος σκοτώθηκε, ποὺ φαίνεται πὼς ἤτανε θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ ξεφύγουνε οἱ γκιαούρηδες. Ὥστε, σὲ παρακαλῶ, πάψε τὸ θυμό σου καὶ συγχώρησέ με.» Ὁ Μεμέτης δὲν τὸν σκότωσε, μὰ τὸν ἔδειρε ἀλύπητα μὲ τὸ καμουτσί του ποὖχε χρυσὸ πόμολο καὶ τὸ βαστοῦσε πάντα στὸ χέρι του. Ποῦ νὰ ξιστορήσῃ κανένας, ἀκόμα καὶ μὲ δυὸ λόγια, τὸ πῶς πέρασε ὁ σουλτᾶνος τὰκαράβια του μέσα στὸ λιμάνι, κυλώντας τα ἀπάνω στὴ στεριά, ποὺ τὴν ἄλειψε μὲ ξύγκι, τὸπῶς ὁ Γιουστινιάνης θέλησε νὰ κάψῃ τὴ νύχτα τὴν τούρκικη ἀρμάδα, μὰ οἱ Τοῦρκοιγκρεμνίσανε ἕνα κανόνι ἀπάν’ ἀπὸ τὸ κάστρο καὶ βουλιάξανε τὸ πυρπολικό, ἐπειδὴς ἤτανεπροδομένο τὸ σχέδιο τῶν Χριστιανῶν. Σὰν ξημέρωσε σφάξανε μπροστὰ στὰ μάτια τῶν Ἑλλήνων κάτ’ ἀπὸ τὸ κάστρο, τὰ παλληκάρια ποὔχανε πιασμένα. Μίαν ἄλλη μέρα οἱ Ρωμιοὶ θελήσανε νὰ κάψουνε τὸ γεφύρι, ποὔχανε ρίξει οἱ Τοῦρκοι ἀπάνω στὸ λιμάνι. Προφτάξανε καὶ κάψανε μονάχα ἕνα καράβι τούρκικο, γιατὶ οἱ Τοῦρκοι βουλιάξανε μὲ τὶς πέτρες τὰ ἑλληνικὰ καΐκια. Τὴν ἄλλη μέρα πάλι σφάξανε ὅσους πιάσανε ἀπὸ βραδύς. Τότε κ’ οἱ Ἕλληνες σκοτώσανε ἀπάνω στὸ κάστρο καμμιὰ διακοσαριὰ Τούρκους, ποὔχανε πιασμένους. Στὶς ἑφτὰ βδομάδες, ἔστειλε ὁ σουλτᾶνος τὸ γαμπρό του Ἰσφεντιάρογλου στὸ βασιλιᾶ Κωνσταντῖνο νὰ τοῦ πῇ νὰ πάψουνε τὸν πόλεμο καὶ νὰ τοῦ παραδώσῃ τὴν Πόλη γιὰ νὰ μὴ χυθῇ ἄλλο αἷμα καὶ γιὰ νὰ μὴ σκλαβωθοῦνε τόσος λαός. Καὶ πὼς τὸν ἄφηνε νὰ πάρῃ μαζί του ὅ,τι ἤθελε καὶ νὰ πάγῃ νὰ βασιλέψῃ στὸ Μοριά, δίχως νὰ τὸν πειράξῃ κανένας. Ὁ Παλαιολόγος ὅμως δὲν τὸ παραδέχτηκε κι ἀποφάσισε νὰ σκοτωθῇ. «Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὒτ’ ἐμόν ἐστι, οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ⋅ κοινὴ γὰρ γνώμη πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.» ΠΗΓΗ : Τὸ Πάρσιμο τῆς Πόλης, ἐκδ. Ἀκρίτας.
  • Αυτόν τον ιερό σκοπό έχει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
    Αυτόν τον ιερό σκοπό έχει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
    Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι πνευματικό στάδιο αρετών, καιρός μετανοίας και προσευχής, νήψεως και κατανύξεως, περίοδος νηστείας, ψυχικής καθάρσεως και συγχωρήσεως. Όλη η ευλογημένη αυτή περίοδος είναι μία ιερά πορεία, που προβάλλει η Αγία Εκκλησία μας κατ᾿ έτος, για καθένα πιστό που ποθεί να συμπορευθεί με τον Σωτήρα Χριστό, να συναναστηθεί και να μετέχει της αιωνίου θείας Βασιλείας Του. Η Εκκλησία μας ως στοργική Μητέρα, με τα σωτηριώδη Μυστήριά Της, τις προηγιασμένες θείες Λειτουργίες, τους κατανυκτικούς Εσπερινούς, τους λαοφιλείς Χαιρετισμούς της Υπεραγίας Θεοτόκου, τα μεγάλα Απόδειπνα, τον Μέγα Κανόνα της μετανοίας, έρχεται να μας αφυπνίσει και μας προσκαλεί στην άσκησι της εγκρατείας, της προσευχής και ευποιΐας, και στην οδό της ψυχοσώστου μετανοίας. Αυτόν τον ιερό σκοπό έχει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή και μας τον υπενθυμίζει καθημερινά με τους ιερούς ύμνους του Τριωδίου: Άρχήν κατανύξεως και μετανοίας, κακών αλλοτρίωσις, και παθών εγκράτεια, διό σπουδάσωμεν, αποκοπήν των πονηρών έργων ποιήσασθαι». Η πάλη κατά του κακού και της αμαρτίας απαιτεί μετάνοια, απόρριψι των κακών, έλεγχο των παθών και αποκοπή από τα πονηρά έργα. Και σ᾿ αυτήν την πάλη επιδίδονται όσοι ποθούν τον Θεό και έτσι γίνονται μέτοχοι και της τελικής νίκης. Η αναγκαιότης να «καθαρίσωμεν εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος» είναι βασική επιθυμία κάθε αληθινού Χριστιανού, και αυτό μας το χαρίζει το Πανάγιο Πνεύμα: — όταν πράττουμε καρπούς αξίους της μετανοίας, — παρέχουμε συγχώρησι στους αδελφούς μας, — ελέγχουμε τους ατάκτους λογισμούς μας με την δύναμι της προσευχής, — αποφεύγουμε την κρίσι και κατάκρισι των συνανθρώπων μας, — ελεούμε τους πτωχούς και βοηθούμε τους πάσχοντας, — μετέχουμε των θείων Μυστηρίων και — προσευχόμεθα υπέρ πάντων ανθρώπων. Έτσι έρχεται η ειρήνη του Θεού και βραβεύει την καρδιά και την σκέψι μας με την θεϊκή παρουσία και χάρι. Ιδιαίτερα τις ημέρες αυτές μας ανυψώνει και η υμνολογία της Εκκλησίας μας που είναι κεκοσμημένη με εξαίσιους και θεοπνεύστους ύμνους, τους οποίους θεοφόροι άγιοι Πατέρες με πίστι και ευλάβεια κατέγραψαν και παρέδωσαν στην Εκκλησία για δοξολογία του Τριαδικού Θεού και τιμή και έπαινο των Αγίων μας. Ξεχωριστή θέσι στα υμνολογικά ποιήματα της Εκκλησίας μας κατέχουν οι ύμνοι που είναι αφιερωμένοι στην Κυρία και Δέσποινα του κόσμου, την Υπεραγία Θεοτόκο Μαρία. Τα Θεοτοκία, τα Θεοτοκάρια, οι Παρακλητικοί κανόνες στην Θεοτόκο, οι ύμνοι στις ακολουθίες των Θεομητορικών εορτών, όλα αυτά τα απανθίσματα των Θεοτοκοφίλων αγίων Πατέρων μας και υμνογράφων εκφράζουν τον πλούτο της Θεομητορικής παρακλήσεως προς το ανθρώπινο γένος, αλλά και την βαθειά ευσέβεια, πίστι και αγάπη των πιστών προς την Πανύμνητο Μητέρα του Θεού και μητέρα όλου του κόσμου. Είναι γνωστό πως ξεχωριστή θέσι κατέχει στις ψυχές των Ορθοδόξων Χριστιανών ο ευχαριστήριος ύμνος, οι Χαιρετισμοί προς την Θεοτόκο, που αποτελεί ποίημα του πιστού λαού του Θεού και εκφράζει την άπειρη ευγνωμοσύνη και τις θερμές ευχαριστίες μας στην αιτία της σωτηρίας, της χαράς, της ελπίδος αλλά και της ειρήνης του κόσμου που είναι η ανύμφευτος Νύμφη και αειμακάριστος και παναμώμητος Προστάτις και βοηθός του γένους μας. Είναι άξιον και δίκαιον να την υμνούμε και δοξολογούμε για τις άπειρες προς εμάς ευεργεσίες Της. Ο Γέροντάς μου μας προέτρεπε καθημερινά να λέγουμε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας προς δόξα και τιμή του αγίου ονόματός Της και προς ψυχική μας ωφέλεια και παράκλησι. Η νήψι και η επίκλησι του ονόματος του Θεού και της Παναγίας Μητέρας Του είναι φωτοτόκος αρετή, που γεννά το φως και την χαρά στην ζωή μας. Και όσο περισσότερο ζυμώνεται η ύπαρξί μας με την πνευματική άσκησι και με την προσευχή, όσο ετοιμάζουμε εαυτούς, όσο υπομένουμε τις δοκιμασίες του Θεού, όσο συναισθανόμεθα τις αμαρτίες μας, τόσο περισσότερο η χάρις του Θεού έρχεται και ενοικεί μέσα μας, και καθαρίζει τον νου και την καρδιά μας από συνειδήσεως πονηράς. Όλος αυτός ο ευλογημένος αγώνας στεφανώνεται με την χαρά της Αναστάσεως που δεν είναι μόνον Πασχαλινή ευφροσύνη αλλά μετοχή των επουρανίων αγαθών από την παρούσα ακόμη ζωή. Εύχομαι, οι δυσκολίες του παρόντος καιρού να μετατραπούν σε ευλογίες για τον τόπο μας και τον σύμπαντα κόσμο. Και τις ιερές αυτές ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που αρχίζει με την χάρι του Θεού, να εντείνουμε τις προσευχές μας προς τον Οικτίρμονα Θεό και την Παναγία μας, όπως κάνουμε και εμείς εδώ στο Άγιον Όρος, και να ζήσει ο καθένας μας την προσωπική του μεταμόρφωσι διά της μετανοίας, για να πλεονάσει το έλεος του Θεού που παρέχεται, όπως λέγει ο Κύριός μας, στους ταπεινούς και απλούς και υπάκουους πιστούς, και να αξιωθούμε και της χαράς της Αναστάσεως. Καλή και ευλογημένη Τεσσαρακοστή! Γέρων Αλέξιος Καθηγούμενος Ι.Μονής Ξενοφώντος